13/06/2026
Η Μαρίνα απέφευγε τους καθρέφτες. Όποτε περνούσε μπροστά από κάποιον, χαμήλωνε το βλέμμα ή έστρεφε το κεφάλι της αλλού. Έλεγε πως δεν άντεχε να βλέπει το πρόσωπό της, πως κάτι επάνω της ήταν λάθος, άσχημο, ασύμμετρο, ελαττωματικό.
Κι όμως, όσοι την γνώριζαν δυσκολεύονταν να καταλάβουν τι ακριβώς έβλεπε εκείνη. Δεν ήταν η εικόνα της που την τρόμαζε περισσότερο. Ήταν η συνάντηση μαζί της. Από μικρή είχε μάθει να προσαρμόζεται στις απαιτήσεις των άλλων, στις προσδοκίες τους, στα σχήματα που της υπαγόρευαν ποια όφειλε να είναι.
Κάθε φορά που δεν «χωρούσε», άλλαζε λίγο ακόμη. Κι έτσι, με τα χρόνια, έπαψε να φοβάται μήπως δεν είναι αρκετή και άρχισε να φοβάται κάτι άλλο∙ μήπως, αν κοιτάξει αρκετά προσεκτικά, βρεθεί απέναντι σε έναν εαυτό που δεν αναγνωρίζει πια. Έναν εαυτό που είχε χαθεί κάτω από όλες εκείνες τις μορφές που φόρεσε για να παραμείνει αποδεκτή.
Γι' αυτό απέστρεφε το βλέμμα της. Όχι για να μη δει κάτι άσχημο, αλλά για να μη χρειαστεί να αναρωτηθεί τι απέμεινε από εκείνη μετά από τόσες φορές που εξαφανίστηκε για να χωρέσει στις ζωές των άλλων…
Δεν φοβόμαστε ότι είμαστε «άσχημοι». Φοβόμαστε ότι, αν κοιτάξουμε αρκετά προσεκτικά, θα δούμε πόσο λίγο από εμάς έχει απομείνει μετά από τόσες φορές που χρειάστηκε να γίνουμε κάποιοι άλλοι για να ανήκουμε. Γιατί το πρόβλημα δεν είναι ποτέ η εμφάνιση. Είναι το πόσο επιτρέπεται να εμφανιστούμε.
Ιάκωβος Σιανούδης
Ψυχολόγος - Ψυχοθεραπευτής