01/07/2026
Αλωνάρις ή θεριστής
«Χορτοθέρτς» αποκαλούσαν οι Πόντιοι τον Ιούλιο, ο οποίος φέρει και την επωνυμία αλωνάρης ή θεριστής. Λέγεται αλωνάρης γιατί την περίοδο αυτή αλωνίζουν τα σιτηρά. Η λέξη παράγεται από το ουσιαστικό «χόρτο» και το ρήμα «θερίζω».
Ο θερισμός στον Πόντο έπαιρνε πανηγυρικό χαρακτήρα. Απαραίτητο εργαλείο του θερισμού ήταν το δρεπάνι. Πιο σπάνια χρησιμοποιούσαν την «κερεντή», ένα μεγάλο δρεπάνι με μακρυά λαβή με την οποίαν θέριζαν όρθιοι (κυρίως τριφύλλι ή χόρτα). Η λέξη προέρχεται από το αρχαίο ρήμα «κείρω» που σημαίνει κουρεύω. Είναι η γνωστή μας «κόσα» (λέξη σλαβικής προέλευσης).
Ο θερισμός συνήθως γινόταν από γυναίκες και νέες κοπέλες. Κρατούσαν το δρεπάνι με το δεξί χέρι και με το αριστερό έκοβαν τα στάχυα. Με αυτά έφτιαχναν ένα «χερόβολο» (= δέσμη από στάχυα). Δυο-τρία χερόβολα έκαναν ένα δεμάτι. Με τα δεμάτια έφτιαχναν τις θημωνιές. Λέγεται ότι όσο οι κοπέλες θέριζαν οι άνδρες επαινούσαν την αγαπημένη τους τραγουδώντας: «Σον Αι Λίαν αφκακέσ’ θερίζ τ’ εμόν τ’ αρνόπον και ντ’ έμορφα και νόστιμα κρατεί το καγανόπον», δηλαδή «κάτω στον Άη Ηλία θερίζει το δικό μου το αρνάκι και πόσο όμορφα και νόστιμα κρατά το δρεπανάκι». Όταν τελείωνε ο θερισμός κρεμούσαν μπροστά στην πόρτα τους το «αποθέρ’» (από το ρήμα «αποθερίζω» = τελειώνω το θέρισμα). Το αποθερ’ ήταν ένα δεμάτι στάχυα με καρπούς, καλλιτεχνικά δεμένο, ενώ ο ιδιοκτήτης του χωραφιού φιλοδωρούσε τη θερίστρια που πρώτη θα έβαζε μπρος στα πόδια του το πρώτο χερόβολο.
Μετά, σειρά είχε το αλώνισμα. Αφού τελείωνε το θέρισμα οι γυναίκες φορτώνονταν τα δεμάτια και τα πήγαιναν εκεί όπου θα γινόταν το αλώνισμα. Επρόκειτο για ένα συμπαγή κυκλικό χώρο που τον γάνωναν, άλειφαν δηλαδή με χώμα ή πηλό το έδαφος, το έβρεχαν και μετά πατούσαν καλά την επιφάνεια με μια κυλινδρική πέτρα. Αφού τα ετοίμαζαν όλα οι γεωργοί έλεγαν «εκρέμ’ σα σ’ αλών’», δηλαδή τα άπλωσα (τα στάχυα) στο αλώνι για αλώνισμα… Συνήθως το αλώνισμα γινόταν με βόδια (τα καλά τα βούδ(ι)α αγλήγορα κοφ’ νε τ’ αλών’). Σ’ αυτά περνούσαν τον ειδικό ζυγό (αλωνοζύγονον) για να σύρουν πίσω τους το «τυκάν» ή «τουκάνιν» (από την αρχαία λέξη «δουκάνη» ή «δοκάνι»).
Το «τουκάν» ή «δουκάνα» απαρτιζόταν από δυο παράλληλα χοντρά σανίδια ενωμένα, τα οποία έφεραν από την κάτω επιφάνεια σφηνωμένους αιχμηρούς πυριτόλιθους ή κοφτερές σιδερένιες λάμες, για να χωριστεί ο καρπός από τα στάχυα. Μάλιστα για να γίνει πιο εύκολος ο χωρισμός του καρπού, τοποθετούσαν επάνω του κάποιο παιδί, δημιουργώντας έτσι μια ατμόσφαιρα διασκεδαστική για το παιδί, ιδίως όταν τους έδιναν στα χέρια και το «βουκέντρ’» (= βουκέντρι) για να κεντρίζουν τα βόδια και τα κερατίδια (= το σχοινί που δένουν στα κέρατα του βοδιού για να το οδηγούν). Όσο αλώνιζαν προέτρεπαν τα ζώα με διάφορα επιφωνήματα…
Στη συνέχεια γινόταν το «βόρισμα» (από τη λέξη βορέας) ή λίχνισμα. Περίμεναν να φυσήξει αέρας οπότε άρχιζαν το λίχνισμα με το ειδικό ξύλινο φτυάρι (αλωνίσταρον). Σήκωναν δηλαδή το γέννημα ψηλά στον αέρα, για να ξεχωρίσει ο καρπός από τα άχυρα. Όσο ιβόριζαν παρακαλούσαν τον αέρα να φυσήξει, τάζοντάς του ότι θα του φτιάξουν ψωμάκια: «Φύσα αέρα, φύσα, θα ευτάμε σε κολοθόπον».
https://kimintenia.com/2020/07/14/0932/ -1406
* Από το βιβλίο της λαογράφου Έλσας Γαλανίδου – Μπαλφούσια, «Ποντιακή Λαογραφία», Εκδόσεις Επιτροπής Ποντιακών Μελετών.