02/09/2026
Πρωτογενές και δευτερογενές κέρδος από το σύμπτωμα: γιατί ο άνθρωπος δυσκολεύεται να εγκαταλείψει αυτό που τον κάνει να υποφέρει
Ένα από τα φαινομενικά παράδοξα που συναντά κανείς στην ψυχοθεραπεία είναι ότι ο άνθρωπος μπορεί να υποφέρει πραγματικά από ένα σύμπτωμα και, ταυτόχρονα, να δυσκολεύεται εξαιρετικά να το εγκαταλείψει. Μπορεί να επιθυμεί συνειδητά να απαλλαγεί από το άγχος, τη φοβία, την αναστολή, τη σωματική εκδήλωση ή έναν επαναλαμβανόμενο τρόπο συμπεριφοράς και, παρ’ όλα αυτά, το σύμπτωμα να επιμένει.
Η ψυχανάλυση δεν αντιμετωπίζει αυτή την επιμονή ως παραλογισμό. Το σύμπτωμα δεν θεωρείται ένα ξένο σώμα που εμφανίστηκε τυχαία μέσα στον ψυχισμό. Έχει λειτουργία. Αποτελεί έναν συμβιβαστικό σχηματισμό: μια ψυχική λύση μέσω της οποίας βρίσκουν ταυτόχρονα, έστω παραμορφωμένα, κάποια έκφραση η απωθημένη επιθυμία, οι άμυνες απέναντί της, το άγχος και οι απαγορεύσεις του ψυχισμού.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο ο Freud μίλησε για το κέρδος από τη νόσο ή το σύμπτωμα και η ψυχαναλυτική θεωρία διέκρινε το πρωτογενές από το δευτερογενές κέρδος.
Το πρωτογενές κέρδος
Το πρωτογενές κέρδος βρίσκεται στην ίδια τη δημιουργία του συμπτώματος.
Μια εσωτερική σύγκρουση μπορεί να είναι τόσο έντονη ώστε ο ψυχισμός να μην μπορεί να την ανεχθεί στην άμεση και συνειδητή μορφή της. Μια επιθυμία μπορεί να συγκρούεται με μια απαγόρευση. Η επιθετικότητα απέναντι σε ένα αγαπημένο πρόσωπο μπορεί να προκαλεί ενοχή. Μια σεξουαλική επιθυμία μπορεί να βιώνεται ως απαράδεκτη. Η εξάρτηση μπορεί να συγκρούεται με την ανάγκη αυτονομίας. Η επιθυμία αποχωρισμού μπορεί να συνυπάρχει με έναν αβάσταχτο φόβο εγκατάλειψης.
Το σύμπτωμα επιτρέπει στον ψυχισμό να μη χρειάζεται να αντιμετωπίσει τη σύγκρουση στην αρχική της μορφή.
Αυτό είναι το θεμελιώδες πρωτογενές κέρδος: το σύμπτωμα προσφέρει μια σχετική λύση στην ενδοψυχική σύγκρουση. Ο Freud χρησιμοποίησε εδώ την έννοια της «φυγής στη νόσο». Η νόσος προκαλεί πόνο, αλλά μπορεί ταυτόχρονα να απαλλάσσει τον άνθρωπο από μια ακόμη δυσκολότερη ψυχική κατάσταση.
Δεν πρόκειται επομένως για «κέρδος» με τη συνηθισμένη έννοια της ευχαρίστησης ή του οφέλους. Πρόκειται για μια ψυχική οικονομία.
Το σύμπτωμα έχει κόστος, αλλά κάτι εξοικονομεί.
Ένας άνθρωπος, για παράδειγμα, μπορεί να αναπτύξει μια σοβαρή αναστολή απέναντι σε μια δραστηριότητα. Συνειδητά υποφέρει επειδή δεν μπορεί να κάνει αυτό που επιθυμεί. Αν όμως η πραγματοποίηση της δραστηριότητας τον έφερνε αντιμέτωπο με μια βαθύτερη σύγκρουση —με την επιθετικότητά του, τον ανταγωνισμό, την ενοχή για την επιτυχία του, τον φόβο ότι θα ξεπεράσει ένα σημαντικό πρόσωπο— η αναστολή μπορεί να τον προστατεύει από αυτή τη σύγκρουση.
Η αναστολή είναι πρόβλημα. Είναι όμως συγχρόνως και λύση σε ένα άλλο πρόβλημα.
Αυτό εξηγεί γιατί η απλή συνειδητή επιθυμία να εξαφανιστεί ένα σύμπτωμα συχνά δεν αρκεί. Αν αφαιρεθεί το σύμπτωμα χωρίς να γίνει κατανοητή η σύγκρουση την οποία εξυπηρετεί, ο ψυχισμός χάνει μια λύση που είχε κατασκευάσει για κάποιο λόγο.
Ο Freud μάλιστα έκανε μια λεπτότερη διάκριση μέσα στο πρωτογενές κέρδος. Υπάρχει ο εσωτερικός παράγοντας —η απαλλαγή από την άμεση ψυχική εργασία μιας σύγκρουσης— αλλά μπορούν να υπάρχουν και εξωτερικές πραγματικές συνθήκες που καθιστούν τη φυγή στη νόσο περισσότερο συμφέρουσα για τον ψυχισμό.
Το δευτερογενές κέρδος
Το δευτερογενές κέρδος είναι διαφορετικό.
Εδώ δεν μιλάμε πρωτίστως για το γιατί δημιουργήθηκε το σύμπτωμα, αλλά για όσα μπορεί να αποκτήσει ο άνθρωπος αφού το σύμπτωμα έχει πλέον εγκατασταθεί.
Η ασθένεια ή το σύμπτωμα αρχίζει να οργανώνει τις σχέσεις του ανθρώπου με το περιβάλλον του και μπορεί να του προσφέρει ορισμένα πρόσθετα πλεονεκτήματα.
Μπορεί να του εξασφαλίζει περισσότερη φροντίδα ή προσοχή. Μπορεί να τον απαλλάσσει από ορισμένες απαιτήσεις και ευθύνες. Μπορεί να του επιτρέπει να αποφεύγει μια εργασία, μια σύγκρουση, μια εξέταση, μια κοινωνική κατάσταση ή μια σχέση. Μπορεί να του επιτρέπει να εξαρτάται από κάποιον χωρίς να χρειάζεται να αναγνωρίσει ευθέως την ανάγκη της εξάρτησης. Σε άλλες περιπτώσεις μπορεί να συνεπάγεται οικονομική αποζημίωση, προστασία, ειδική μεταχείριση ή ακόμη και τη δυνατότητα ελέγχου σημαντικών ανθρώπων του περιβάλλοντος.
Αυτά τα οφέλη δεν είναι η αρχική ενδοψυχική λειτουργία του συμπτώματος. Προστίθενται εκ των υστέρων σε αυτό.
Αυτή ακριβώς είναι η ουσιώδης διαφορά.
Το πρωτογενές κέρδος αφορά αυτό που λύνει ψυχικά το σύμπτωμα.
Το δευτερογενές κέρδος αφορά αυτό που αποκτά ο άνθρωπος επειδή πλέον έχει το σύμπτωμα.
Δευτερογενές κέρδος δεν σημαίνει προσποίηση
Εδώ χρειάζεται ιδιαίτερη προσοχή, επειδή ο όρος έχει περάσει από την ψυχανάλυση στην καθημερινή, ιατρική και συχνά ιατροδικαστική γλώσσα και χρησιμοποιείται πολλές φορές με διαφορετική σημασία.
Το γεγονός ότι κάποιος έχει δευτερογενές κέρδος από ένα σύμπτωμα δεν σημαίνει ότι προσποιείται το σύμπτωμα ούτε ότι το δημιούργησε συνειδητά για να αποκομίσει κάποιο όφελος.
Ένας άνθρωπος μπορεί να υποφέρει απολύτως πραγματικά και συγχρόνως η κατάστασή του να έχει αποκτήσει λειτουργίες μέσα στις σχέσεις του και στη ζωή του τις οποίες δεν μπορεί εύκολα να εγκαταλείψει.
Το δευτερογενές κέρδος μπορεί να είναι συνειδητό, προσυνειδητό ή σε σημαντικό βαθμό ασυνείδητο. Η εξίσωση «πρωτογενές κέρδος = ασυνείδητο, δευτερογενές κέρδος = συνειδητό» είναι επομένως υπεραπλουστευτική και ψυχαναλυτικά ανακριβής.
Το κέρδος από το σύμπτωμα και η αντίσταση στη θεραπεία
Η διάκριση αποκτά ιδιαίτερη σημασία μέσα στην ψυχοθεραπεία.
Ο θεραπευόμενος μπορεί να προσέρχεται επειδή πραγματικά υποφέρει και πραγματικά επιθυμεί να αλλάξει. Ταυτόχρονα, όμως, ένα άλλο μέρος της ψυχικής του οργάνωσης μπορεί να αντιστέκεται στην αλλαγή.
Δεν υπάρχει εδώ αναγκαστικά αντίφαση.
Αν ένα σύμπτωμα προστατεύει τον άνθρωπο από μια βαθύτερη σύγκρουση, η εγκατάλειψή του σημαίνει ότι η σύγκρουση αυτή θα πρέπει πλέον να αντιμετωπιστεί. Αν, επιπλέον, γύρω από το σύμπτωμα έχουν οργανωθεί σχέσεις, εξαρτήσεις, απαλλαγές, τρόποι επικοινωνίας ή ολόκληρες πλευρές της ταυτότητας του ανθρώπου, η απώλειά του μπορεί να βιώνεται ως πολύ περισσότερο απειλητική από όσο φαίνεται εξωτερικά.
Έτσι μπορούμε να καταλάβουμε γιατί κάποιος μπορεί να λέει απολύτως ειλικρινά «θέλω να απαλλαγώ από αυτό» και συγχρόνως να αντιστέκεται στις αλλαγές που θα επέτρεπαν πράγματι την εγκατάλειψή του.
Η αντίσταση δεν αποδεικνύει ότι ο θεραπευόμενος «δεν θέλει πραγματικά να γίνει καλά». Δείχνει ότι η ψυχική πραγματικότητα δεν οργανώνεται αποκλειστικά γύρω από τη συνειδητή βούληση.
Το σύμπτωμα ως λύση και όχι μόνο ως πρόβλημα
Αυτή ίσως είναι και η σημαντικότερη συμβολή της ψυχαναλυτικής οπτικής.
Απέναντι σε ένα σύμπτωμα δεν αρκεί πάντοτε να ρωτήσουμε:
«Πώς θα το εξαφανίσουμε;»
Χρειάζεται προηγουμένως να μπορέσουμε να αναρωτηθούμε:
Τι επιτελεί αυτό το σύμπτωμα; Από ποια σύγκρουση προστατεύει τον άνθρωπο; Τι εκφράζει αντί γι’ αυτόν; Τι συμβιβάζει; Τι του επιτρέπει να αποφεύγει; Τι έχει οργανωθεί γύρω του στις σχέσεις του; Και τι θα συνέβαινε ψυχικά εάν αύριο το πρωί το σύμπτωμα εξαφανιζόταν;
Αυτές οι ερωτήσεις μετακινούν το ενδιαφέρον από την επιφάνεια του συμπτώματος προς τη λειτουργία του.
Γιατί ο άνθρωπος δεν κρατά συνήθως ένα σύμπτωμα επειδή του αρέσει να υποφέρει. Το κρατά επειδή, μέσα στην ιδιαίτερη ιστορία και οργάνωση του ψυχισμού του, το σύμπτωμα έχει αναλάβει να κάνει μια δουλειά.
Η ψυχαναλυτική θεραπεία δεν αποσκοπεί απλώς στο να αφαιρέσει αυτή τη λύση. Επιδιώκει να κατανοήσει γιατί χρειάστηκε, ποια σύγκρουση περιέχει και να καταστήσει σταδιακά δυνατό για τον άνθρωπο να μη χρειάζεται πλέον να πληρώνει το τίμημα του συμπτώματος για να διατηρεί την ψυχική του ισορροπία.
Michalis Paterakis
Psychologist Psychotherapist
Founder and Director
Centre for Psychoanalytic Studies (CPS)
B.A. in Psychology, University of Indianapolis
M.A. in Humanistic Integrative Counselling and Psychotherapy, Middlesex University
Author of the book
Mother–Infant Relationship: Some Psychoanalytic Thoughts
Karneadou 37, Kolonaki
Tel: 211 7151 801