02/10/2026
Για όποιον/α/ο ενδιαφέρεται, παραθέτω τα σχόλια που κατέθεσα στη δημόσια διαβούλευση για το σχέδιο νόμου που αφορά το Παρατηρητήριο ψυχιατροδικαστικής και το ΝΠΔΔ ΠΑ.ΣΥ.ΨΥ.
ΆΡΘΡΟ 33: Εθνικό Παρατηρητήριο Ψυχιατροδικαστικής
Η σύσταση του Εθνικού Παρατηρητηρίου Ψυχιατροδικαστικής αποτελεί ιδιαίτερα θετική και αναγκαία θεσμική εξέλιξη.
Συμφωνώ με το σχόλιο της κ. Δήμητρας Παπαδοπούλου σχετικά με την ανάγκη αναγνώρισης του ρόλου της Δικαστικής Ψυχολογίας και συμμετοχής δικαστικού/ης ψυχολόγου στο Παρατηρητήριο.
Η Δικαστική Ψυχολογία έχει διακριτό επιστημονικό και εφαρμοσμένο αντικείμενο στο πλαίσιο του συστήματος ποινικής δικαιοσύνης. Η εξειδίκευση των δικαστικών ψυχολόγων περιλαμβάνει τη διενέργεια ψυχολογικών αξιολογήσεων για δικαστικούς σκοπούς, τη σύνταξη εκθέσεων, γνωμοδοτήσεων και πραγματογνωμοσυνών προς τις αρμόδιες δικαστικές, ανακριτικές ή εισαγγελικές αρχές, καθώς και την παρουσίαση και επιστημονική τεκμηρίωση των συμπερασμάτων τους ενώπιον του δικαστηρίου. Στο αντικείμενό τους περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, η αξιολόγηση της ψυχοπαθολογίας σε συνάρτηση με τα εκάστοτε δικαστικά ερωτήματα, η αξιολόγηση και διαχείριση του κινδύνου εκδήλωσης βίας και υποτροπής και η διερεύνηση ζητημάτων που σχετίζονται με τον ποινικό καταλογισμό κ.ά.
Ως προς την παρ. 2β, η παρακολούθηση και αξιολόγηση της πορείας των ψυχιατροδικαστικών ασθενών δεν πρέπει να περιορίζεται στο διάστημα μετά την επιστροφή τους στην κοινότητα. Χρειάζεται να καλύπτει συνολικά την πορεία τους, από την αρχική αξιολόγηση και την εφαρμογή των μέτρων θεραπείας μέχρι την άρση τους, την επανένταξη στην κοινότητα και τη μετέπειτα παρακολούθηση.
Ως προς την παρ. 3, η γενική αναφορά σε πρόσωπα από τους χώρους της ψυχιατροδικαστικής, της ψυχικής υγείας και του δικαίου δεν διασφαλίζει τη συμμετοχή όλων των αναγκαίων επιστημονικών κλάδων. Προτείνεται να προβλεφθεί ρητά στη σύνθεση του επταμελούς Παρατηρητηρίου η συμμετοχή τουλάχιστον ενός δικαστικού ψυχολόγου, με συναφή μεταπτυχιακή εκπαίδευση και τεκμηριωμένη πρακτική εμπειρία στη Δικαστική Ψυχολογία. Αντίστοιχα, η σύνθεση πρέπει να εξασφαλίζει τη συμμετοχή ψυχιάτρου με εξειδίκευση στην ψυχιατροδικαστική, εγκληματολόγου και νομικού, ώστε το Παρατηρητήριο να λειτουργεί ουσιαστικά ως διεπιστημονικό όργανο.
ΆΡΘΡΟ 34: Αρμοδιότητες του Εθνικού Παρατηρητηρίου Ψυχιατροδικαστικής
Ως προς τις παραγράφους 1α και 1β, πρέπει να διευκρινιστεί ότι στις εξειδικεύσεις και μετεκπαιδεύσεις στον τομέα της ψυχιατροδικαστικής περιλαμβάνεται και η εξειδίκευση των ψυχολόγων στη Δικαστική Ψυχολογία, με κατάλληλη θεωρητική εκπαίδευση, εποπτευόμενη πρακτική άσκηση και αντικειμενικά κριτήρια πιστοποίησης.
Ως προς την παράγραφο 1γ, οι κατευθυντήριες οδηγίες και τα πρωτόκολλα πρέπει να βασίζονται σε διεθνή επιστημονικά δεδομένα και να επικαιροποιούνται τακτικά. Μεταξύ άλλων, χρειάζεται να καλύπτουν τη δομημένη αξιολόγηση και διαχείριση του κινδύνου εκδήλωσης βίας και υποτροπής, τόσο εντός σωφρονιστικών και θεραπευτικών πλαισίων όσο και στην κοινότητα.
Ως προς την παράγραφο 1ε, συμφωνώ με τα σχόλια που προτείνουν οι κατευθυντήριες οδηγίες και τα ενιαία μεθοδολογικά κριτήρια να καλύπτουν τόσο τις ψυχιατρικές όσο και τις ψυχολογικές πραγματογνωμοσύνες και αξιολογήσεις. Πρέπει να προβλέπονται ελάχιστες απαιτήσεις επιστημονικής μεθοδολογίας, τεκμηρίωσης, ανεξαρτησίας και δεοντολογίας, καθώς και σαφής διάκριση μεταξύ θεραπευτικού και αξιολογικού ρόλου, ώστε να αποφεύγονται η σύγκρουση ρόλων.
Δεδομένου ότι το αντικείμενο του Παρατηρητηρίου αφορά άμεσα το σύστημα ποινικής δικαιοσύνης, τα σωφρονιστικά καταστήματα και την εφαρμογή των μέτρων θεραπείας, πρέπει να προβλεφθεί θεσμικά η συνεργασία του Υπουργείου Υγείας με τα συναρμόδια Υπουργεία Δικαιοσύνης και Προστασίας του Πολίτη. Στις αρμοδιότητες της παραγράφου 1 στις οποίες προβλέπεται εισήγηση ή γνωμοδότηση αποκλειστικά προς τον Υπουργό Υγείας, πρέπει να συμπεριλαμβάνονται, ανάλογα με το αντικείμενο, και οι συναρμόδιοι Υπουργοί.
Ως προς την παράγραφο 2γ, τα προγράμματα εκπαίδευσης και επιμόρφωσης πρέπει να περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, δικαστικούς και εισαγγελικούς λειτουργούς, νομικούς, αστυνομικούς, σωφρονιστικούς υπαλλήλους, επιμελητές κοινωνικής αρωγής και ανηλίκων, επαγγελματίες υγείας και ψυχικής υγείας, κοινωνικούς λειτουργούς, καθώς και επαγγελματίες φορέων κοινωνικής επανένταξης και άλλων συναφών κλάδων. Ιδιαίτερα σημαντική είναι η επιμόρφωση των δικαστικών λειτουργών, ώστε να μπορούν να κατανοούν και να αξιοποιούν με επάρκεια τα συμπεράσματα των πραγματογνωμόνων και την επιστημονική κατάθεση στο δικαστήριο.
Τέλος, προτείνεται να περιληφθεί στις αρμοδιότητες του Παρατηρητηρίου η κατάρτιση κατευθυντήριων οδηγιών για την επιστημονικά ορθή και μη στιγματιστική δημόσια επικοινωνία θεμάτων ψυχιατροδικαστικής, οι οποίες θα απευθύνονται ιδίως στα μέσα μαζικής ενημέρωσης, αλλά και σε φορείς και επαγγελματίες που συμμετέχουν στον δημόσιο διάλογο.
ΆΡΘΡΟ 35: Ανάπτυξη, οργάνωση και λειτουργία Μονάδων Ψυχικής Υγείας για ψυχιατροδικαστικούς ασθενείς - Τροποποίηση παρ. 2 άρθρου 4 ν. 2716/1999
Η ανάπτυξη Μονάδων Ψυχικής Υγείας για άτομα που εμπλέκονται με το σύστημα ποινικής δικαιοσύνης αποτελεί ιδιαίτερα σημαντική πρόβλεψη. Χρειάζεται, ωστόσο, να προβλεφθεί η λειτουργία ειδικών ασφαλών ψυχιατροδικαστικών μονάδων, στα πρότυπα των δικαστικών ψυχιατρείων και αντίστοιχων υπηρεσιών του εξωτερικού (forensic psychiatric hospitals και secure forensic mental health services), με διαφορετικά επίπεδα ασφάλειας και φροντίδας ανάλογα με τις ανάγκες των ασθενών.
Στο άρθρο δεν προσδιορίζεται η σύνθεση του προσωπικού των μονάδων. Κρίνεται απαραίτητο να προβλεφθεί η διεπιστημονική στελέχωσή τους με ψυχιάτρους με εξειδίκευση στην ψυχιατροδικαστική, δικαστικούς ψυχολόγους, νοσηλευτές ψυχικής υγείας, κοινωνικούς λειτουργούς, εργοθεραπευτές και άλλους κατάλληλα εκπαιδευμένους επαγγελματίες.
Οι παρεχόμενες υπηρεσίες πρέπει να περιλαμβάνουν ολοκληρωμένη ψυχιατρική και ψυχολογική αξιολόγηση, δομημένη αξιολόγηση και διαχείριση του κινδύνου βίας και υποτροπής, εξατομικευμένες θεραπευτικές και αποκαταστασιακές παρεμβάσεις, προετοιμασία για την κοινωνική επανένταξη και διασφάλιση της συνέχειας της φροντίδας μετά την έξοδο από τη μονάδα.
Είναι επίσης απαραίτητο να προβλέπονται διαφορετικές δομές, κριτήρια εισαγωγής και πρωτόκολλα λειτουργίας για παιδιά και εφήβους, νεαρούς ενηλίκους και ενηλίκους, καθώς πρόκειται για πληθυσμούς με διαφορετικές αναπτυξιακές, θεραπευτικές και υποστηρικτικές ανάγκες.
Τέλος, ο όρος «αποκλίνουσα συμπεριφορά» είναι αόριστος και δυνητικά στιγματιστικός, ιδίως όταν αφορά παιδιά και εφήβους. Προτείνεται να αντικατασταθεί από σαφέστερη, επιστημονικά και νομικά προσδιορισμένη διατύπωση, όπως «παραβατική συμπεριφορά», και να συνοδεύεται από συγκεκριμένα κριτήρια εφαρμογής.
ΆΡΘΡΟ 22: Ανάδειξη και λειτουργία Προσωρινής Διοικούσας Επιτροπής
Η σύνθεση της Προσωρινής Διοικούσας Επιτροπής πρέπει να καθοριστεί με αντικειμενικά και διαφανή κριτήρια. Τα τακτικά και αναπληρωματικά μέλη της Προσωρινής Διοικούσας Επιτροπής που συμμετέχουν στη λήψη αποφάσεων πρέπει να είναι ψυχολόγοι με άδεια άσκησης επαγγέλματος, ενώ πρέπει να διασφαλίζεται η αντιπροσωπευτική συμμετοχή ελεύθερων επαγγελματιών, ψυχολόγων που εργάζονται στον δημόσιο και τον ιδιωτικό τομέα, μελών της ακαδημαϊκής κοινότητας, διαφορετικών επιστημονικών πεδίων και γεωγραφικών περιοχών. Παράλληλα, η Επιτροπή πρέπει να υποστηρίζεται από νομικό σύμβουλο με εμπειρία στο διοικητικό, επαγγελματικό και πειθαρχικό δίκαιο, ιδίως κατά την κατάρτιση του θεσμικού πλαισίου, την οργάνωση των πειθαρχικών οργάνων και την προετοιμασία του σχεδίου Κώδικα Ηθικής και Δεοντολογίας.
Επειδή η Επιτροπή διορίζεται από τον Υπουργό Υγείας και δεν αποτελεί εκλεγμένο όργανο των ψυχολόγων, οι αρμοδιότητές της πρέπει να περιοριστούν στις απολύτως αναγκαίες οργανωτικές πράξεις για τη συγκρότηση του Συλλόγου, την εγγραφή των μελών και τη διεξαγωγή των πρώτων εκλογών. Δεν πρέπει να λαμβάνει αποφάσεις με μακροχρόνιες συνέπειες ή δεσμευτικό χαρακτήρα για το σύνολο των ψυχολόγων χωρίς προηγούμενη διαβούλευση και σύμφωνη γνώμη των μελών.
Ειδικότερα, ως προς την παράγραφο 2στ, η Προσωρινή Διοικούσα Επιτροπή δεν πρέπει να έχει την αρμοδιότητα να οριστικοποιήσει και να εισηγηθεί προς κύρωση τον νέο Κώδικα Ηθικής και Δεοντολογίας. Μπορεί να προετοιμάσει ένα αρχικό σχέδιο, το οποίο όμως πρέπει να τεθεί σε ουσιαστική διαβούλευση με όλα τα μέλη και να εγκριθεί από τα εκλεγμένα όργανα του ΠΑΣΥΨΥ.
Οι διαδικασίες για τις πρώτες εκλογές πρέπει να ξεκινήσουν άμεσα και να ολοκληρωθούν το συντομότερο δυνατό, χωρίς να εξαντληθεί η ανώτατη προβλεπόμενη διάρκεια της προσωρινής διοίκησης.
ΆΡΘΡΟ 24: Κώδικας Ηθικής και Δεοντολογίας Ψυχολόγων – Προσθήκη άρθρου 9Α στον ν. 991/1979
Ο Κώδικας Ηθικής και Δεοντολογίας θα ρυθμίζει κρίσιμα ζητήματα της επαγγελματικής δραστηριότητας όλων των ψυχολόγων και η παραβίασή του θα μπορεί να επιφέρει πειθαρχικές συνέπειες. Για τον λόγο αυτό, δεν πρέπει να καταρτίζεται ή να τροποποιείται αποκλειστικά με εισήγηση του Κεντρικού Διοικητικού Συμβουλίου, χωρίς συμμετοχή των μελών.
Προτείνεται να προβλεφθεί στην παράγραφο 3 ότι κάθε σχέδιο Κώδικα, καθώς και κάθε μεταγενέστερη τροποποίησή του, τίθεται υποχρεωτικά σε ουσιαστική διαβούλευση με όλα τα μέλη του ΠΑΣΥΨΥ, με επαρκή χρόνο υποβολής παρατηρήσεων και δημοσιοποίηση των αποτελεσμάτων της διαβούλευσης. Η τελική πρόταση προς τον Υπουργό Υγείας πρέπει να εγκρίνεται από τη Γενική Συνέλευση των Αντιπροσώπων.
Ο πρώτος Κώδικας πρέπει να οριστικοποιηθεί από τα εκλεγμένα όργανα του Συλλόγου και όχι από την υπουργικά διορισμένη Προσωρινή Διοικούσα Επιτροπή. Άλλωστε, μέχρι την έκδοσή του εξακολουθεί να ισχύει ο υφιστάμενος Κώδικας Δεοντολογίας και, επομένως, δεν δημιουργείται κανονιστικό κενό που να δικαιολογεί την παράκαμψη των μελών. Λιγότερα