Άσπα Καρακώστα, Ψυχολόγος, MSc, PhD

Άσπα Καρακώστα, Ψυχολόγος, MSc, PhD Aspasia Karakosta, MSc, PhD, is a psychologist with a multifaceted academic background and over 15 years experience in group therapy and counselling.

Συνδέοντας τη φράση με τον άνθρωπο_10Όμηρος — «Οδύσσεια»Μια συνάντηση των Σειρήνων με τη φροϋδική σκέψη..Η φράση:«Οι Σει...
11/08/2026

Συνδέοντας τη φράση με τον άνθρωπο_10

Όμηρος — «Οδύσσεια»

Μια συνάντηση των Σειρήνων με τη φροϋδική σκέψη..

Η φράση:

«Οι Σειρήνες δεν παύουν να τραγουδούν.
Το ζητούμενο είναι να μπορείς να τις ακούς — και να συνεχίζεις το ταξίδι σου.»

Η φράση αποτελεί σύγχρονη ψυχαναλυτική διατύπωση εμπνευσμένη από τη συνάντηση του Οδυσσέα με τις Σειρήνες..

Στην Οδύσσεια του Ομήρου, ο Οδυσσέας προσπαθεί να επιστρέψει στην Ιθάκη μετά τον Τρωικό Πόλεμο. Στη διάρκεια του πολυετούς ταξιδιού του συναντά τις Σειρήνες, μυθικά πλάσματα των οποίων το τραγούδι ασκεί ακαταμάχητη έλξη στους ανθρώπους που το ακούν.
Οι Σειρήνες, όμως, δεν του υπόσχονται απλώς ευχαρίστηση. Του υπόσχονται γνώση: ότι γνωρίζουν όσα συνέβησαν στην Τροία και όσα συμβαίνουν στον κόσμο.

Η Κίρκη έχει ήδη προειδοποιήσει τον Οδυσσέα για τον κίνδυνο. Εκείνος θέλει παρ’ όλα αυτά να τις ακούσει.
Έτσι ζητά από τους συντρόφους του να κλείσουν τα δικά τους αυτιά με κερί και να τον δέσουν στο κατάρτι. Τους έχει δώσει μάλιστα μια σαφή εντολή: όταν ακούσει τις Σειρήνες και τους ζητήσει να τον λύσουν, να μην τον υπακούσουν αλλά να τον δέσουν ακόμη πιο σφιχτά.
Και αυτό ακριβώς συμβαίνει.
Ο Οδυσσέας ακούει, επιθυμεί να πλησιάσει, ζητά να λυθεί — αλλά το όριο παραμένει.
Και το ταξίδι συνεχίζεται.

Αυτό μας επιτρέπει μια πολύ ενδιαφέρουσα ψυχαναλυτική ανάγνωση:

ο άνθρωπος μπορεί να γνωρίζει ότι κάτι τον πληγώνει και παρ’ όλα αυτά να εξακολουθεί να έλκεται από αυτό.Η λογική γνώση δεν καταργεί αυτομάτως την επιθυμία.

Ο Freud, μιλώντας για τον καταναγκασμό της επανάληψης, παρατήρησε ότι οι άνθρωποι κάποιες φορές επαναλαμβάνουν εμπειρίες και μοτίβα που τους προκαλούν οδύνη, αντί απλώς να επιλέγουν ό,τι τους προσφέρει ευχαρίστηση.Δεν σημαίνει ότι «θέλουν να υποφέρουν».

Σημαίνει ότι κάτι από την προηγούμενη ψυχική τους ιστορία μπορεί να εξακολουθεί να οργανώνει, ασυνείδητα, αυτό που τους φαίνεται οικείο, ελκυστικό ή αναπόφευκτο.
Γι’ αυτό το σημαντικό ερώτημα δεν είναι μόνο:
«Αφού ξέρω ότι με πληγώνει, γιατί δεν σταματάω;»
Αλλά και:
«Γιατί αυτό το συγκεκριμένο τραγούδι έχει τόση δύναμη πάνω μου;»

Πώς τη συναντάμε στη ζωή;

Οι «Σειρήνες» δεν είναι ίδιες για όλους.
Μπορεί να είναι μια σχέση στην οποία επιστρέφουμε, παρότι γνωρίζουμε πώς συνήθως καταλήγει.

Ένας άνθρωπος από τον οποίο περιμένουμε επανειλημμένα κάτι που μέχρι σήμερα δεν μπόρεσε να μας δώσει.

Η ανάγκη να στείλουμε ακόμη ένα μήνυμα, να πάρουμε ακόμη μία διαβεβαίωση, να ελέγξουμε ακόμη μία φορά, επειδή για λίγα λεπτά αυτό μειώνει την αγωνία μας.

Μπορεί να είναι ακόμη και ένας γνώριμος τρόπος σχέσης: διαφορετικοί άνθρωποι, διαφορετικές συνθήκες, αλλά ένα παράξενα γνώριμο συναίσθημα στο τέλος.

Κάποιες επαναλήψεις επιμένουν όχι επειδή δεν καταλαβαίνουμε τι συμβαίνει, αλλά επειδή το να καταλάβουμε κάτι διανοητικά δεν σημαίνει ότι το έχουμε ήδη επεξεργαστεί ψυχικά.

Γι’ αυτό πολλές φορές λέμε:

«Το ξέρω. Αλλά πάλι το κάνω.»

Τι αλλάζει μέσα στη θεραπεία;

Η θεραπεία δεν έχει στόχο να εξαφανίσει τις «Σειρήνες».

Δεν θεραπευόμαστε όταν πάψουμε να επιθυμούμε, να λαχταράμε, να θυμώνουμε, να φοβόμαστε ή να νιώθουμε έλξη.

Η αλλαγή βρίσκεται αλλού: στη δημιουργία ψυχικού χώρου ανάμεσα σε αυτό που αισθάνομαι και σε αυτό που κάνω. Το κατάρτι του Οδυσσέα μπορεί —ως μεταφορά και όχι ως ερμηνεία που έδωσε ο ίδιος ο Freud στον μύθο— να μας βοηθήσει να σκεφτούμε αυτή τη λειτουργία.
Είναι ένα όριο που δεν εξαφανίζει την επιθυμία αλλά εμποδίζει την επιθυμία να μετατραπεί αυτομάτως σε πράξη.

Και υπάρχει κάτι ακόμη σημαντικό: ο Οδυσσέας δεν κρατά μόνος του αυτό το όριο. Έχει ζητήσει από τους συντρόφους του να το κρατήσουν όταν ο ίδιος δεν θα μπορεί.
Κάπως έτσι μπορεί να λειτουργήσει αρχικά και το θεραπευτικό πλαίσιο: ως ένας σταθερός χώρος μέσα στον οποίο κάτι μπορεί να ειπωθεί, να αισθανθεί, να παρατηρηθεί και να κατανοηθεί χωρίς να χρειάζεται αμέσως να εκφορτιστεί σε πράξη.

Με τον χρόνο, αυτό που αρχικά υποστηρίζεται μέσα στη θεραπευτική σχέση μπορεί να γίνει περισσότερο εσωτερική δυνατότητα.

Να μπορώ να πω:

«Το θέλω» χωρίς να σημαίνει «πρέπει να το κάνω».

«Μου λείπει» χωρίς να σημαίνει «πρέπει να επιστρέψω».

«Φοβάμαι» χωρίς να σημαίνει «πρέπει να φύγω».

«Νιώθω την παρόρμηση» χωρίς να σημαίνει «πρέπει να δράσω τώρα».

Και μέσα σε αυτή τη μικρή απόσταση ανάμεσα στο συναίσθημα και στην πράξη εμφανίζεται κάτι θεμελιώδες:
η δυνατότητα επιλογής.

Η ουσία:

Ψυχική ελευθερία δεν σημαίνει ότι οι Σειρήνες παύουν να τραγουδούν. Σημαίνει ότι αρχίζουμε να καταλαβαίνουμε γιατί ένα συγκεκριμένο τραγούδι μάς καλεί τόσο επίμονα, χωρίς να είμαστε αναγκασμένοι να το ακολουθήσουμε.Η επιθυμία μπορεί να παραμένει. Η διαφορά είναι ότι δεν χρειάζεται πια να αποφασίζει εκείνη προς τα πού θα πάει το ταξίδι μας.

#ΣυνδέονταςΤηΦράσηΜεΤονΆνθρωπο

09/08/2026

Συνδέοντας τη φράση με τον άνθρωπο_9

Sigmund Freud (1856–1939)

Στο έργο του «Αναστολές, Συμπτώματα και Άγχος» (1926) αναδιατυπώνει τη θεωρία του για το άγχος και εισάγει την έννοια του άγχους-σήματος (signal anxiety): το άγχος ως προειδοποιητική λειτουργία του Εγώ απέναντι σε έναν αναμενόμενο κίνδυνο.



Η φράση:

«Το άγχος δεν μας κάνει πάντα λιγότερο λειτουργικούς.
Μερικές φορές είναι αυτό που μας κρατά διαρκώς σε λειτουργία»*

(— *Κλινική απόδοση με αφετηρία τη φροϋδική έννοια του άγχους-σήματος)



Τι σημαίνει πραγματικά;

Η παρουσία άγχους δεν συνεπάγεται απαραίτητα μειωμένη λειτουργικότητα. Μερικές φορές βλέπουμε ακριβώς το αντίθετο: έναν άνθρωπο εξαιρετικά οργανωμένο, συνεπή, προβλεπτικό, παραγωγικό και αξιόπιστο. Έναν άνθρωπο που “τα προλαβαίνει όλα.
Και ακριβώς γι’ αυτό μπορεί να μην αναγνωρίζουμε εύκολα το άγχος του.

Γιατί σε ορισμένους ανθρώπους το άγχος δεν διακόπτει τη λειτουργικότητα.

Την κινητοποιεί.

Στη μεταγενέστερη θεωρία του Freud, το άγχος μπορεί να λειτουργεί ως σήμα κινδύνου.

Το Εγώ αντιλαμβάνεται την πιθανότητα μιας κατάστασης που θα μπορούσε να το φέρει αντιμέτωπο με αβοηθησία, απώλεια, απόρριψη, αποτυχία ή απώλεια ελέγχου και κινητοποιεί τις άμυνές του πριν ο κίνδυνος πραγματοποιηθεί.

Σε έναν σχετικά λειτουργικό άνθρωπο, αυτή η κινητοποίηση μπορεί να πάρει μια ιδιαίτερα αποτελεσματική μορφή:

να προβλέψει περισσότερο,

να προετοιμαστεί καλύτερα,

να οργανώσει,

να ελέγξει,

να αναλάβει ο ίδιος,

να περιορίσει όσο μπορεί το απρόβλεπτο.

Και αυτό συχνά λειτουργεί.

Η αβεβαιότητα μειώνεται.

Η αίσθηση ελέγχου αυξάνεται.

Το άγχος υποχωρεί προσωρινά.

Έτσι εγκαθίσταται ένας κύκλος:

Αβεβαιότητα → άγχος → έλεγχος / πρόβλεψη / υπερπροετοιμασία → προσωρινή ανακούφιση.

Με τον χρόνο, ο άνθρωπος μπορεί να γίνει πραγματικά πολύ καλός σε όλα αυτά.
Και εδώ βρίσκεται το ενδιαφέρον κλινικό παράδοξο:

η συμπεριφορά που τον βοηθά να πετυχαίνει μπορεί να είναι ταυτόχρονα και η συμπεριφορά που τον βοηθά να ρυθμίζει το άγχος του.Η αποτελεσματικότητα και η αμυντική λειτουργία δεν αλληλοαναιρούνται.
Η ίδια συμπεριφορά μπορεί να υπηρετεί και τις δύο λειτουργίες.



Πώς τη συναντάμε στη ζωή;

Είναι ο άνθρωπος που μπορεί να λέει:

«Θέλω απλώς να ξέρω τι θα γίνει.»

«Ας το έχω έτοιμο από τώρα.»

«Άσε, καλύτερα να το κάνω εγώ.»

«Δεν μπορώ να ηρεμήσω όσο υπάρχει αυτή η εκκρεμότητα.»

«Πρέπει να έχω και ένα δεύτερο σχέδιο, σε περίπτωση που κάτι πάει στραβά.»

Δεν είναι όμως η οργάνωση, η συνέπεια ή η ανάγκη προετοιμασίας από μόνες τους που μας ενδιαφέρουν κλινικά.

Το κρίσιμο στοιχείο είναι η ελαστικότητα.

Υπάρχει μεγάλη διαφορά ανάμεσα στο:

«Μπορώ να οργανώσω»

και στο:

«Πρέπει να οργανώσω για να μπορέσω να ηρεμήσω».

Ανάμεσα στο:

«Μου αρέσει να γνωρίζω τι θα συμβεί»

και στο:

«Δυσκολεύομαι πολύ να αντέξω όταν δεν γνωρίζω».

Ανάμεσα στο:

«Είμαι ικανός να αναλάβω»

και στο:

«Δεν αισθάνομαι ασφαλής όταν πρέπει να αφήσω τον έλεγχο σε κάποιον άλλον».

Εδώ βρίσκεται η διαφορά ανάμεσα στην ικανότητα και στην ψυχική αναγκαιότητα.
Η ικανότητα εμπεριέχει επιλογή:
μπορώ να το κάνω, αλλά μπορώ και να μην το κάνω.Η ψυχική αναγκαιότητα περιορίζει αυτή την ελευθερία:πρέπει να το κάνω, γιατί το να μην το κάνω μου προκαλεί δυσανάλογη εσωτερική ένταση.Γι’ αυτό το κλινικό κριτήριο δεν είναι πόσο οργανωμένος ή αποτελεσματικός είναι κάποιος.
Είναι πόσο ψυχικά του κοστίζει όταν δεν μπορεί να είναι.

Τι συμβαίνει όταν δεν προλαβαίνει;

Όταν ένα σχέδιο αλλάζει τελευταία στιγμή;

Όταν πρέπει να περιμένει;

Όταν δεν γνωρίζει την έκβαση;

Όταν κάποιος άλλος έχει τον έλεγχο;

Όταν υπάρχει ένα πρόβλημα που δεν μπορεί να λύσει σήμερα;

Εκεί αρχίζει να φαίνεται αν η λειτουργικότητα αποτελεί κυρίως μια διαθέσιμη ικανότητα ή αν έχει αποκτήσει και μια δεύτερη λειτουργία:
να ρυθμίζει το άγχος.



Τι αλλάζει μέσα στη θεραπεία;

Η θεραπεία δεν προσπαθεί να κάνει τον οργανωμένο άνθρωπο λιγότερο οργανωμένο, τον υπεύθυνο λιγότερο υπεύθυνο ή τον ικανό λιγότερο ικανό.Διερευνά τι ψυχική εργασία κάνουν όλες αυτές οι ικανότητες για εκείνον.

Τι προστατεύει η ανάγκη να γνωρίζει;

Τι γίνεται μέσα του όταν δεν μπορεί να προβλέψει;

Τι σημαίνει να εξαρτάται από κάποιον άλλον;

Γιατί η εκκρεμότητα γίνεται τόσο δύσκολα ανεκτή;

Τι φοβάται ότι θα συμβεί αν, για λίγο, δεν είναι εκείνος που κρατά τα πράγματα υπό έλεγχο;

Σταδιακά, η αλλαγή δεν βρίσκεται στην εγκατάλειψη της λειτουργικότητας.

Βρίσκεται στην αύξηση της ψυχικής ελαστικότητας.

Να μπορεί να οργανώνει χωρίς να χρειάζεται πάντα να οργανώσει.

Να μπορεί να προετοιμάζεται χωρίς να χρειάζεται να εξαντλήσει κάθε πιθανό σενάριο.

Να μπορεί να αναλαμβάνει, αλλά και να αφήνει κάποιον άλλον να αναλάβει.

Να μπορεί να δρα — αλλά και να περιμένει.

Να μπορεί να γνωρίζει — αλλά να αντέχει και το «δεν ξέρω ακόμη».



Η ουσία:
Η ψυχική υγεία δεν μετριέται μόνο από το πόσο καλά λειτουργούμε, αλλά και από το πόση ελευθερία έχουμε μέσα στον τρόπο που λειτουργούμε.Όταν η αποτελεσματικότητα είναι ικανότητα, μπορούμε να τη χρησιμοποιήσουμε όταν τη χρειαζόμαστε.
Όταν γίνεται αναγκαιότητα, μπορεί να χρειάζεται να λειτουργούμε συνεχώς για να κρατάμε το άγχος υπό έλεγχο.

Το ζητούμενο δεν είναι να χάσουμε τον έλεγχο. Είναι να μπορούμε να αντέξουμε και τις στιγμές που δεν τον έχουμε.

09/08/2026
03/08/2026

Συνδέοντας την Θεωρία με τον Άνθρωπο_8
(τρίτο μέρος)

Wilfred Bion (1897–1979)

Βρετανός ψυχαναλυτής, από τις σημαντικότερες μορφές της σύγχρονης ψυχανάλυσης. Μελέτησε πώς γεννιέται η ανθρώπινη σκέψη και πώς η θεραπευτική σχέση βοηθά τον άνθρωπο να επεξεργάζεται τα συναισθήματά του αντί να κατακλύζεται από αυτά.



Τι πρόσθεσε στη σκέψη του Guntrip;

Ο Guntrip μας βοήθησε να καταλάβουμε γιατί ένας άνθρωπος μπορεί να ζει σαν να χρειάζεται διαρκώς μια εξωτερική επιβεβαίωση για να αισθανθεί ασφαλής.

Ο Bion έκανε το επόμενο βήμα.

Ρώτησε:

«Πώς μαθαίνει ένας άνθρωπος να αντέχει αυτό που αισθάνεται, χωρίς να χρειάζεται να το εξαφανίσει;»

Για τον Bion, κανένα παιδί δεν γεννιέται γνωρίζοντας πώς να διαχειριστεί τον φόβο, την αγωνία ή την απογοήτευση.

Αυτή η ικανότητα αποκτάται μέσα στη σχέση.

Όταν το παιδί τρομάζει, δεν χρειάζεται έναν ενήλικα που θα του πει απλώς:

«Μην φοβάσαι.»

Χρειάζεται έναν άνθρωπο που να μπορεί να αντέξει τον φόβο του χωρίς να πανικοβληθεί ο ίδιος.

Να τον καταλάβει.

Να του δώσει νόημα.

Και να του δείξει, με την παρουσία του, ότι ακόμη και τα πιο δύσκολα συναισθήματα μπορούν να γίνουν ανεκτά.

Σιγά σιγά, αυτή η εμπειρία γίνεται εσωτερική λειτουργία.

Ο άνθρωπος αρχίζει να μπορεί να σκέφτεται ακόμη και όταν αγχώνεται.



Όταν αυτό δεν έχει συμβεί επαρκώς…

Το πρόβλημα δεν είναι ότι το άγχος είναι μεγαλύτερο.

Το πρόβλημα είναι ότι η σκέψη μικραίνει.

Όσο αυξάνεται η εσωτερική ένταση, τόσο δυσκολότερο γίνεται να περιμένει, να αναρωτηθεί, να αμφιβάλει δημιουργικά.

Η αβεβαιότητα γίνεται σχεδόν αφόρητη.

Και τότε ο άνθρωπος προσπαθεί να την εξαφανίσει όσο πιο γρήγορα μπορεί.

Όχι επειδή θέλει να ελέγχει τους άλλους.

Αλλά επειδή ο έλεγχος μειώνει προσωρινά την εσωτερική του ένταση.



Πώς το βλέπουμε στην καθημερινότητα;

Ένας άνθρωπος ανοίγει τα μέιλ του κάθε πέντε λεπτά.Όχι γιατί περιμένει πραγματικά ένα σημαντικό μήνυμα.

Αλλά γιατί το «ίσως συμβαίνει κάτι και δεν το ξέρω» είναι πιο δύσκολο από το να ελέγξει άλλη μία φορά.



Κάποια γυναίκα έχει ήδη αποφασίσει τι θα κάνει.

Παρόλα αυτά ρωτά πέντε διαφορετικούς ανθρώπους τη γνώμη τους.Δεν ψάχνει άλλη μία πληροφορία.
Ψάχνει την αίσθηση ότι η αμφιβολία θα σταματήσει.



Ένας πατέρας ακούει το παιδί του να αργεί πέντε λεπτά να επιστρέψει από το σχολικό. Πριν ακόμη εμφανιστεί, ο νους του έχει ήδη φτιάξει δεκάδες πιθανά σενάρια.Δεν είναι ότι πιστεύει πραγματικά πως συνέβη το χειρότερο.
Είναι ότι η αβεβαιότητα ενεργοποιεί έναν ψυχισμό που δυσκολεύεται να περιμένει χωρίς να κατακλύζεται.



Τι αλλάζει μέσα στη θεραπεία;

Εδώ βρίσκεται ίσως η σημαντικότερη συμβολή της αναλυτικής ψυχοθεραπείας.

Η θεραπεία δεν προσπαθεί να εξαφανίσει το άγχος.

Ούτε να πείσει τον άνθρωπο ότι οι φόβοι του είναι παράλογοι.

Αυτό που αλλάζει είναι κάτι βαθύτερο.

Μέσα από μια σταθερή, αξιόπιστη θεραπευτική σχέση, ο άνθρωπος αρχίζει να βιώνει επανειλημμένα ότι μπορεί να φέρει τον φόβο του χωρίς να χρειάζεται να τον διώξει αμέσως.

Μπορεί να μην έχει όλες τις απαντήσεις.

Μπορεί να μην ελέγχει τα πάντα.

Μπορεί να αισθάνεται αβεβαιότητα.

Και παρ’ όλα αυτά…

να μη διαλύεται εσωτερικά.

Αυτή είναι η πραγματική αλλαγή.
Όχι ότι ο άνθρωπος σταματά να αγχώνεται.Αλλά ότι το άγχος παύει να κυβερνά τη σκέψη του.

Σταδιακά, αναπτύσσει μια νέα εσωτερική εμπειρία:

«Μπορώ να μην ξέρω ακόμη. Μπορώ να αντέξω μέχρι να μάθω.»

Και ίσως αυτό να είναι ένα από τα βαθύτερα σημάδια ψυχικής ωρίμανσης.



Η ουσία

Ο Fairbairn μας βοήθησε να καταλάβουμε ότι η πρώτη ανάγκη του ανθρώπου είναι η σχέση.

Ο Guntrip μας έδειξε ότι όταν αυτή η σχέση δεν προσφέρει αρκετή ασφάλεια, ο άνθρωπος μπορεί να συνεχίσει να αναζητά έξω αυτό που δυσκολεύεται να αισθανθεί μέσα του.

Ο Bion μας θύμισε ότι η θεραπεία δεν αλλάζει τον άνθρωπο επειδή του δίνει καλύτερες συμβουλές.Τον αλλάζει επειδή, μέσα σε μια νέα σχέση, αποκτά σιγά σιγά μια νέα ψυχική λειτουργία: την ικανότητα να σκέφτεται, να αισθάνεται και να αντέχει, χωρίς να χρειάζεται να ελέγχει τα πάντα για να νιώσει ασφαλής.

03/08/2026

Συνδέοντας την θεωρία με τον Άνθρωπο_8
(δεύτερο μέρος)

Το αίσθημα ασφάλειας χτίζεται μέσα από τη σχέση…

Harry Guntrip

(1901–1973)

Βρετανός ψυχαναλυτής και ψυχοθεραπευτής. Επηρεάστηκε βαθιά από τον Ronald Fairbairn και αργότερα από τον Donald Winnicott. Το έργο του επικεντρώθηκε στον εσωτερικό ψυχικό κόσμο του ανθρώπου και στην ανάγκη για μια σχέση που δεν προσφέρει μόνο αγάπη, αλλά και ψυχική συνοχή.



Τι πρόσθεσε στη σκέψη του Fairbairn;

Ο Fairbairn μας έδειξε γιατί το παιδί «προσαρμόζεται» για να προστατεύσει τη σχέση.

Ο Guntrip έκανε το επόμενο βήμα.

Αναρωτήθηκε:

«Τι συμβαίνει μέσα στον άνθρωπο όταν αυτή η προσαρμογή κρατά για χρόνια;»

Η απάντησή του ήταν βαθιά.

Δεν αλλάζει μόνο η συμπεριφορά.

Αλλάζει η εμπειρία του ίδιου του εαυτού.

Ο άνθρωπος αρχίζει να αισθάνεται ότι η ασφάλειά του δεν βρίσκεται μέσα του.

Βρίσκεται έξω από αυτόν.

Στη διαβεβαίωση.

Στην αποδοχή.

Στην παρουσία του άλλου.

Στην αίσθηση ότι όλα είναι καλά.

Έτσι, όταν κάτι κλονίζει αυτή την αίσθηση, δεν ενεργοποιείται μόνο άγχος.

Ενεργοποιείται η αίσθηση ότι χάνει το εσωτερικό του στήριγμα.



Γι’ αυτό πολλές φορές το πρόβλημα δεν είναι το γεγονός.

Είναι η σημασία που αποκτά το γεγονός.

Ένας συνάδελφος περνά βιαστικά από δίπλα του χωρίς να τον χαιρετήσει.

Κάποιος άλλος ίσως σκεφτεί:

“Μάλλον δεν με είδε.”

Ο άνθρωπος με αγχώδη οργάνωση μπορεί να αναρωτηθεί:

“Μήπως τον απογοήτευσα;”

“Μήπως έκανε κάτι λάθος;”

“Μήπως άλλαξε η σχέση μας;”

Δεν αναζητά απλώς μια εξήγηση.

Αναζητά να αποκαταστήσει την εσωτερική του ασφάλεια.



Μια θεραπευόμενη τελειώνει μια συνεδρία.

Η θεραπεύτρια είναι λίγο πιο σιωπηλή από το συνηθισμένο.

Για ώρες σκέφτεται:

“Μήπως είπα κάτι που την ενόχλησε;”

“Μήπως κουράστηκε μαζί μου;”

Το άγχος της δεν προέρχεται από τη σιωπή.

Προέρχεται από το ότι η σιωπή αποκτά το νόημα μιας πιθανής απώλειας της σχέσης.



Ένας άνθρωπος αναλαμβάνει συνεχώς περισσότερες υποχρεώσεις.

Όλοι λένε:

«Δεν ξέρει να βάζει όρια.»

Ίσως.

Αλλά ψυχαναλυτικά μπορούμε να το δούμε και αλλιώς.

Ίσως μέσα του υπάρχει μια παλιά πεποίθηση:

«Αν πάψω να είμαι χρήσιμος, ίσως πάψω να είμαι σημαντικός.»

Τότε η ΥΠΕΡΠΡΟΣΦΟΡΑ δεν είναι μόνο συμπεριφορά. Είναι προσπάθεια διατήρησης της σχέσης.



Το πιο σημαντικό όμως είναι κάτι άλλο.

Ο Guntrip περιγράφει ότι πολλοί άνθρωποι δεν φοβούνται μόνο την απόρριψη.

Φοβούνται ότι χωρίς μια ασφαλή σχέση θα νιώσουν ψυχικά μόνοι απέναντι στον ίδιο τους τον εαυτό.

Γι’ αυτό κάποιες φορές λένε:

«Δεν ξέρω γιατί αγχώνομαι τόσο. Ξέρω ότι λογικά δεν συμβαίνει τίποτα.»

Και πράγματι.

Το λογικό μέρος του εαυτού τους μπορεί να γνωρίζει ότι δεν υπάρχει πραγματικός κίνδυνος.

Ο ψυχισμός όμως δεν αντιδρά μόνο στη λογική.

Αντιδρά στις παλιές εμπειρίες που έχουν οργανώσει τον τρόπο με τον οποίο αισθάνεται ασφάλεια.

Γι’ αυτό το άγχος δεν μειώνεται μόνο με επιχειρήματα.

Χρειάζεται να αλλάξει σταδιακά η ίδια η εμπειρία της σχέσης.



Με αυτή τη σκέψη, ο Guntrip μας οδηγεί φυσικά στον Wilfred Bion.

Γιατί αν η ασφάλεια χτίζεται μέσα στη σχέση, τότε γεννιέται ένα νέο ερώτημα:

Πώς μια σχέση μπορεί πραγματικά να μεταμορφώσει τον τρόπο που ο άνθρωπος σκέφτεται και αντέχει τα συναισθήματά του;

Αυτό ακριβώς προσπάθησε να απαντήσει ο Bion.

03/08/2026

Σας αρέσει το άγχος ; Εμένα ναι, οπότε πάμε !

Συνδέοντας τη θεωρία με τον Άνθρωπο_8 (πρώτο μέρος)

Γιατί κάποιοι άνθρωποι δεν μπορούν ποτέ να χαλαρώσουν;

Μια ψυχαναλυτική προσέγγιση στην αγχώδη οργάνωση της προσωπικότητας



Τρεις ψυχαναλυτές. Ένα κοινό ερώτημα.

Σχεδόν όλοι έχουμε γνωρίσει έναν άνθρωπο που βρίσκεται διαρκώς σε επιφυλακή.

Ακόμη και όταν όλα φαίνονται να πηγαίνουν καλά, κάτι μέσα του παραμένει ανήσυχο.

Δεν χαλαρώνει εύκολα.

Δεν απολαμβάνει πραγματικά την ηρεμία.

Αντίθετα, τη στιγμή που όλα μοιάζουν ασφαλή, αρχίζει να αναζητά τι μπορεί να πάει στραβά.

Γιατί συμβαίνει αυτό;

Είναι θέμα χαρακτήρα;

Κληρονομικότητας;

Υπερβολικής ευαισθησίας;

Ή μήπως το άγχος δεν είναι η πραγματική αιτία αλλά το αποτέλεσμα μιας πολύ βαθύτερης ψυχικής οργάνωσης;

Τρεις σπουδαίοι ψυχαναλυτές προσπάθησαν να απαντήσουν σε αυτό το ερώτημα.

Ο Ronald Fairbairn προσπάθησε να καταλάβει πώς γεννιέται αυτός ο τρόπος ύπαρξης.

Ο Harry Guntrip, επηρεασμένος από τη σκέψη του Fairbairn αλλά και του Winnicott, προσπάθησε να εξηγήσει πώς αυτή η πρώιμη εμπειρία συνεχίζει να οργανώνει τον ενήλικο ψυχισμό.

Και ο Wilfred Bion έδειξε πώς ένας άνθρωπος μπορεί σταδιακά να αποκτήσει μια διαφορετική σχέση με το άγχος του μέσα από τη θεραπευτική σχέση.

Οι τρεις τους δεν περιγράφουν διαφορετικά προβλήματα.

Περιγράφουν διαφορετικές στιγμές της ίδιας ανθρώπινης ιστορίας.



1. Ronald Fairbairn

(1889–1964)

Σκωτσέζος ψυχίατρος και ψυχαναλυτής, από τους σημαντικότερους εκπροσώπους της Θεωρίας των Αντικειμενοτρόπων Σχέσεων.

Η μεγαλύτερη συμβολή του ήταν ότι άλλαξε μια θεμελιώδη ιδέα της ψυχανάλυσης.

Υποστήριξε ότι ο άνθρωπος δεν αναζητά πρωτίστως την ικανοποίηση των ενορμήσεών του.

Αναζητά σχέση.

Και αυτή η φαινομενικά απλή αλλαγή αλλάζει ολόκληρο τον τρόπο που κατανοούμε το άγχος.



Τι σημαίνει πραγματικά αυτό;

Ένα παιδί δεν χρειάζεται μόνο να τραφεί.

Χρειάζεται κάποιον που να μπορεί να το ηρεμήσει όταν φοβάται.

Να του δώσει νόημα όταν μπερδεύεται.

Να παραμείνει διαθέσιμος ακόμη και όταν το παιδί θυμώνει, κλαίει ή απογοητεύεται.

Μέσα από χιλιάδες τέτοιες μικρές εμπειρίες γεννιέται κάτι εξαιρετικά σημαντικό.

Όχι η αυτοπεποίθηση.

Κάτι ακόμη πιο βαθύ.

Η αίσθηση ότι:

«Ο κόσμος μπορεί να γίνει ξανά ασφαλής όταν δυσκολεύομαι.»

Αυτό είναι το πρώτο ψυχικό “καταφύγιο”.



Τι συμβαίνει όμως όταν αυτή η εμπειρία δεν είναι αρκετά σταθερή;

Εδώ βρίσκεται, κατά τη γνώμη μου, ένα από τα πιο συγκλονιστικά σημεία της ψυχαναλυτικής σκέψης.

Ένα παιδί δεν μπορεί να πει:

“Η μαμά σήμερα δεν μπορεί να με καταλάβει.”

Ούτε:

“Ο μπαμπάς δυσκολεύεται να διαχειριστεί τον θυμό του.”

Αυτές είναι σκέψεις ενός ώριμου ενήλικα.

Για το παιδί υπάρχει μόνο ένα ερώτημα:

«Πώς θα κρατήσω αυτή τη σχέση ζωντανή;»

Και τότε ο ψυχισμός κάνει μια εκπληκτική προσαρμογή.

Δεν προσπαθεί να αλλάξει τον γονέα.

Προσπαθεί να αλλάξει τον εαυτό του.

Ασυνείδητα αρχίζει να σκέφτεται:

“Αν είμαι πιο ήσυχος…”

“Αν δεν ζητάω πολλά…”

“Αν καταλαβαίνω γρήγορα τι χρειάζονται οι άλλοι…”

“Αν δεν θυμώνω…”

“Αν είμαι τέλειος…”

“Αν προλαβαίνω τις συγκρούσεις…”

…ίσως η σχέση παραμείνει ασφαλής.

Εκείνη τη στιγμή αυτή η προσαρμογή είναι σοφή.

Είναι ένας τρόπος επιβίωσης.

Το πρόβλημα είναι ότι ο ψυχισμός δεν την εγκαταλείπει όταν μεγαλώσει.

Την κρατά σαν να εξακολουθεί να είναι απαραίτητη.



Και τότε συμβαίνει κάτι παράδοξο.

Ο ενήλικας μπορεί να μη φοβάται πια τους γονείς του.

Αλλά συνεχίζει να ζει σαν να πρέπει να προβλέπει τα πάντα.

Δεν ελέγχει επειδή του αρέσει ο έλεγχος.

Ελέγχει επειδή κάπου βαθιά μέσα του έχει συνδεθεί η πρόβλεψη με την ασφάλεια.

Δεν δυσκολεύεται να ξεκουραστεί επειδή είναι εργασιομανής.

Δυσκολεύεται γιατί η ηρεμία σημαίνει ότι σταματά η επιτήρηση.

Και ένας ψυχισμός που έμαθε να επιβιώνει μέσω της επιτήρησης, δυσκολεύεται να εμπιστευτεί την ηρεμία.

Γι’ αυτό πολλοί άνθρωποι νιώθουν παράξενα άβολα όταν όλα πηγαίνουν καλά.

Δεν είναι ότι περιμένουν συνειδητά την καταστροφή.

Είναι ότι ο ψυχικός οργανισμός δεν έχει μάθει ακόμη πως η ασφάλεια μπορεί να υπάρξει χωρίς συνεχή επαγρύπνηση.

01/08/2026

Συνδέοντας τη φράση με τον άνθρωπο7

«Ο κλινικός φόβος της κατάρρευσης είναι ο φόβος μιας κατάρρευσης που έχει ήδη βιωθεί.»

Donald W. Winnicott

(Fear of Breakdown, 1974)

Με απλά λόγια:

Δεν φοβόμαστε πάντα αυτό που μπορεί να συμβεί στο μέλλον. Μερικές φορές ο ψυχισμός μας συνεχίζει να φοβάται κάτι που δεν πρόλαβε ποτέ να επεξεργαστεί όταν συνέβη.



Ποιος ήταν ο Donald W. Winnicott;

Ο Donald W. Winnicott (1896–1971) ήταν Βρετανός παιδίατρος και ψυχαναλυτής, μία από τις σημαντικότερες μορφές της βρετανικής ψυχανάλυσης. Με το έργο του επηρέασε καθοριστικά την κατανόηση της πρώιμης συναισθηματικής ανάπτυξης και της θεραπευτικής σχέσης. Εισήγαγε έννοιες όπως η «αρκετά καλή μητέρα» (good enough mother), το holding environment – το ασφαλές ψυχικό και συναισθηματικό περιβάλλον μέσα στο οποίο το παιδί μπορεί να αναπτυχθεί – καθώς και ο αληθινός και ο ψευδής εαυτός (true self – false self).



Με την πρώτη ματιά, η φράση μοιάζει παράδοξη.

Πώς είναι δυνατόν να φοβάμαι κάτι που έχει ήδη συμβεί;

Ο Winnicott δεν αναφέρεται σε ένα γεγονός που θυμόμαστε συνειδητά.

Αναφέρεται σε μια πολύ πρώιμη ψυχική εμπειρία, σε μια περίοδο όπου το βρέφος δεν διέθετε ακόμη την ψυχική οργάνωση για να κατανοήσει, να συμβολίσει ή να νοηματοδοτήσει όσα βίωνε.

Ο ίδιος ονόμασε αυτή την εμπειρία πρωτογενή αγωνία (primitive agony).

Με απλά λόγια, φαντάσου ένα μικρό παιδί που, όταν φοβάται, πονάει ή κατακλύζεται από έντονα συναισθήματα, δεν βρίσκει έναν ενήλικα αρκετά διαθέσιμο για να το ηρεμήσει και να του δώσει την αίσθηση ότι είναι ασφαλές.

Ίσως οι γονείς του ήταν απρόβλεπτοι.

Ίσως ήταν συναισθηματικά απόντες.

Ίσως οι συγκρούσεις στο σπίτι ήταν έντονες.

Ίσως το παιδί αναγκαζόταν πολύ νωρίς να «τα βγάζει πέρα μόνο του».

Για ένα μικρό παιδί, αυτές οι εμπειρίες δεν είναι απλώς δυσάρεστες.

Μπορεί να βιώνονται σαν να απειλείται η ίδια η ψυχική του συνοχή.

Έτσι, ο ψυχισμός αναπτύσσει έναν τρόπο λειτουργίας που παραμένει διαρκώς σε επιφυλακή.

Σαν να λέει:

«Αν είμαι συνεχώς έτοιμος, ίσως προλάβω τον επόμενο κίνδυνο.»

Αυτός ο μηχανισμός κάποτε βοήθησε το παιδί να προσαρμοστεί.

Όταν όμως συνεχίζει να λειτουργεί και στην ενήλικη ζωή, μπορεί να μετατρέπεται σε μόνιμη υπερεγρήγορση και χρόνιο άγχος, ακόμη και όταν ο πραγματικός κίνδυνος έχει πια περάσει.

Δεν πρόκειται για το άγχος όπως το γνωρίζουμε στην καθημερινότητά μας.

Πρόκειται για μια τόσο πρώιμη και τόσο συντριπτική εμπειρία, ώστε δεν μπορούσε να αποθηκευτεί ως συνειδητή ανάμνηση.

Γι’ αυτό δεν ξεχνιέται.

Αλλά ούτε και θυμάται.

Δεν γίνεται ποτέ πραγματικά παρελθόν.

Ο άνθρωπος δεν την ανακαλεί ως εικόνα ή αφήγηση.

Την αναπαράγει μέσα από τον τρόπο που σχετίζεται με τον εαυτό του, τους άλλους και τον κόσμο.

Έτσι, μπορεί να εκφράζεται ως μια μόνιμη εσωτερική επιφυλακή (υπερεγρήγορση), ως η αίσθηση ότι «κάτι κακό πρόκειται να συμβεί», ακόμη και όταν αντικειμενικά όλα είναι ασφαλή.

Η υπερεγρήγορση δεν σημαίνει μόνο έντονο άγχος.

Σημαίνει ότι ο ψυχισμός παραμένει διαρκώς «σε ετοιμότητα», σαν να χρειάζεται να προβλέψει τον επόμενο κίνδυνο.

Για παράδειγμα, κάποιος μπορεί:

• να δυσκολεύεται να χαλαρώσει ακόμη και στις διακοπές,

• να ελέγχει συνεχώς το κινητό του περιμένοντας ένα δυσάρεστο μήνυμα,

• να αναλύει ξανά και ξανά μια συζήτηση, αναζητώντας μήπως είπε κάτι λάθος,

• ή να ξυπνά με μια αδιόρατη αίσθηση ότι «κάτι δεν πάει καλά», ενώ δεν υπάρχει κανένας πραγματικός λόγος ανησυχίας.

Ίσως έχεις ακούσει ή έχεις πει κι εσύ κάποια στιγμή:

«Τώρα που όλα ηρέμησαν, νιώθω περισσότερο άγχος.»

«Δεν μπορώ να χαρώ… όλο περιμένω ότι κάτι θα χαλάσει.»

«Είναι πολύ καλό για να κρατήσει.»

Από ψυχαναλυτική σκοπιά, αυτές οι σκέψεις δεν εκφράζουν απαραίτητα απαισιοδοξία.

Εκφράζουν έναν ψυχισμό που κάποτε χρειάστηκε να βρίσκεται σε συνεχή επιφυλακή για να προστατευτεί.

Όταν ένα παιδί μεγαλώνει σε ένα περιβάλλον όπου η ηρεμία διακοπτόταν επανειλημμένα από ένταση, απόρριψη, συναισθηματική απουσία, ασυνέπεια ή απρόβλεπτες αλλαγές, δεν εσωτερικεύει την αίσθηση ότι ο κόσμος είναι ασφαλής.

Μαθαίνει ότι η ηρεμία μπορεί να είναι μόνο προσωρινή.

Έτσι, ως ενήλικας, όταν όλα κυλούν ομαλά, δεν χαλαρώνει.

Παραμένει σε επιφυλακή.

Δεν απολαμβάνει την ηρεμία.

Την παρακολουθεί.

Σαν να περιμένει τη στιγμή που θα διακοπεί.

Γι’ αυτό αρκετοί άνθρωποι δυσκολεύονται να χαρούν μια ασφαλή σχέση, μια επαγγελματική επιτυχία ή μια περίοδο ψυχικής γαλήνης.

Όχι επειδή φοβούνται την ευτυχία.

Αλλά επειδή το εσωτερικό τους σύστημα προστασίας έχει μάθει ότι μετά την ηρεμία συνήθως ακολουθεί ο κίνδυνος.

Η υπερεγρήγορση υπήρξε κάποτε ένας ευφυής μηχανισμός επιβίωσης.

Το σύμπτωμα, λοιπόν, δεν είναι ο εχθρός.

Είναι η απόδειξη ότι ο ψυχισμός προσπάθησε να προστατεύσει τον άνθρωπο με τα μέσα που τότε διέθετε.

Αυτό που κάποτε εξασφάλισε την ψυχική επιβίωση μπορεί, χρόνια αργότερα, να περιορίζει την ψυχική ελευθερία.

Γι’ αυτό η λογική συχνά δεν αρκεί.

Η λογική λέει:

«Τώρα είσαι ασφαλής.»

Ο ψυχισμός όμως απαντά:

«Δεν έχω μάθει ακόμη πώς είναι να νιώθω πραγματικά ασφαλής.»

Η ψυχοθεραπεία δεν θεραπεύει επειδή πείθει τον άνθρωπο ότι δεν υπάρχει λόγος να φοβάται.

Θεραπεύει επειδή, μέσα στη θεραπευτική σχέση, δημιουργείται σταδιακά μια νέα εμπειρία: η εμπειρία ότι κάποιος μπορεί να παραμείνει ψυχικά παρών όταν εμφανίζονται οι πιο ευάλωτες πλευρές του εαυτού.

Εκεί όπου κάποτε υπήρχε μόνο αβοηθησία, αρχίζει να δημιουργείται νόημα.

Και όταν μια εμπειρία αποκτά νόημα, παύει σταδιακά να επιστρέφει μόνο ως άγχος.

Η ψυχοθεραπεία δεν σβήνει το παρελθόν.

Δημιουργεί τις συνθήκες ώστε αυτό που κάποτε δεν μπορούσε να βιωθεί να αποκτήσει, για πρώτη φορά, νόημα και θέση στην προσωπική ιστορία του ανθρώπου.

Ίσως, λοιπόν, το ζητούμενο δεν είναι μόνο να μάθουμε πώς να αντέχουμε τις δυσκολίες.

Ίσως χρειάζεται να μάθουμε και κάτι ακόμη πιο δύσκολο:

να εμπιστευόμαστε ότι η ηρεμία δεν είναι πάντα η σιωπή πριν από την καταιγίδα.

Μερικές φορές είναι απλώς… η ηρεμία.

31/07/2026

Διάλειμμα 😆💙

31/07/2026

ΣΥΝΔΕΟΝΤΑΣ ΤΗ ΦΡΑΣΗ ΜΕ ΤΟΝ ΑΝΘΡΩΠΟ_6

Peter Fonagy

«Δεν βλέπουμε πάντα την πραγματικότητα. Συχνά βλέπουμε την ιστορία που έγραψε ο φόβος μας γι’ αυτήν.»

(δηλαδή κάτω από έντονη συναισθηματική ενεργοποίηση μπορεί να ανασταλεί ή να αποδυναμωθεί προσωρινά…
Ελεύθερη απόδοση, βασισμένη στη θεωρία της Mentalization του Peter Fonagy.)



Τι σημαίνει πραγματικά;

Ο Peter Fonagy είναι ένας από τους σημαντικότερους σύγχρονους ψυχαναλυτές. Στο επίκεντρο της θεωρίας του βρίσκεται η έννοια της mentalization.

Mentalization είναι η ψυχική μας ικανότητα να αντιλαμβανόμαστε ότι τόσο εμείς όσο και οι άλλοι άνθρωποι έχουμε έναν εσωτερικό κόσμο: σκέψεις, συναισθήματα, επιθυμίες, φόβους και προθέσεις που δεν φαίνονται άμεσα και δεν μπορούμε ποτέ να γνωρίζουμε με απόλυτη βεβαιότητα.

Με απλά λόγια, είναι η ικανότητα να αναρωτιόμαστε:

«Τι μπορεί να συμβαίνει μέσα στον άλλον;»

χωρίς να βιαζόμαστε να καταλήξουμε:

«Ξέρω ακριβώς τι συμβαίνει.»

Η mentalization δεν σημαίνει ότι βρίσκουμε πάντα τη σωστή απάντηση.

Σημαίνει ότι διατηρούμε την περιέργεια, την αμφιβολία και την επίγνωση ότι μπορεί να υπάρχουν περισσότερες από μία εξηγήσεις για την ίδια συμπεριφορά.

Αυτή η ικανότητα αποτελεί τη βάση της ενσυναίσθησης, της συναισθηματικής ρύθμισης και των ασφαλών ανθρώπινων σχέσεων.



Συνδέοντας τη θεωρία με τον άνθρωπο:

Σκέψου πόσο εύκολα συμβαίνει αυτό στην καθημερινότητα.

Κάποιος αργεί να απαντήσει σε ένα μήνυμα.

Κάποιος γίνεται πιο απόμακρος.

Κάποιος ανεβάζει μια φωτογραφία χαμογελώντας.

Μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα, ο νους αρχίζει να δημιουργεί εξηγήσεις.

«Με αγνόησε.»

«Δεν ενδιαφέρεται πια.»

«Με ξεπέρασε.»

«Δεν του έλειψα ποτέ.»

Το παράξενο είναι ότι εκείνη τη στιγμή δεν αισθανόμαστε πως κάνουμε υποθέσεις.

Αισθανόμαστε πως βλέπουμε την πραγματικότητα.



Τι συμβαίνει ψυχικά;

Όταν νιώθουμε ασφαλείς, μπορούμε να σκεφτούμε:

«Ίσως είναι κουρασμένος.»

«Ίσως έχει κάτι σημαντικό στο μυαλό του.»

«Ίσως εγώ φοβάμαι την απόρριψη και γι’ αυτό το ερμηνεύω έτσι.»

Όταν όμως ενεργοποιηθεί έντονα ένας σημαντικός συναισθηματικός δεσμός — στον έρωτα, στην απώλεια ή στον φόβο της εγκατάλειψης — η ικανότητα για mentalization μειώνεται προσωρινά.

Τότε δεν αναζητούμε μόνο απαντήσεις.

Αναζητούμε ασφάλεια.



Ο νους αντικαθιστά την αβεβαιότητα με βεβαιότητες.

Η αβεβαιότητα είναι μία από τις δυσκολότερες ψυχικές εμπειρίες.

Για τον εγκέφαλο, μια επώδυνη βεβαιότητα συχνά μοιάζει πιο ασφαλής από μια ανοιχτή ερώτηση.

Έτσι, αντί να αντέξει το:

«Δεν γνωρίζω ακόμη τι συμβαίνει.»

δημιουργεί μια ιστορία που δίνει την αίσθηση ελέγχου.

Ακόμη κι όταν αυτή η ιστορία πονά περισσότερο από την ίδια την πραγματικότητα.

Ο φόβος μεταμφιέζεται σε βεβαιότητα.



Εκεί αρχίζουμε να χάνουμε τη mentalization.

Δεν λέμε πλέον:

«Αναρωτιέμαι τι μπορεί να σκέφτεται.»

Αλλά:

«Ξέρω τι σκέφτεται.»

Δεν λέμε:

«Ίσως υπάρχουν πολλές εξηγήσεις.»

Αλλά:

«Η εξήγηση είναι μία.»

Το συναίσθημα μετατρέπεται σε γεγονός.

Και η ερμηνεία αποκτά τη δύναμη της πραγματικότητας.



Παραδείγματα

Παράδειγμα 1

Ένας φίλος δεν απαντά για δύο ημέρες.

Αντί να σκεφτούμε:

«Ίσως είναι απασχολημένος.»

ο νους καταλήγει:

«Με απορρίπτει.»

Η σιωπή είναι γεγονός.

Η απόρριψη είναι ερμηνεία.

Κι όμως, μέσα στη συναισθηματική φόρτιση, τα δύο γίνονται σχεδόν αδιαχώριστα.



Παράδειγμα 2

Ο σύντροφός μας φαίνεται πιο απόμακρος.

Δεν γνωρίζουμε ακόμη τι συμβαίνει.

Μπορεί να είναι κουρασμένος.

Μπορεί να τον απασχολεί κάτι.

Μπορεί να δυσκολεύεται να εκφραστεί.

Ο νους όμως βιάζεται να καταλήξει:

«Δεν με αγαπά πια.»

Ο φόβος γίνεται βεβαιότητα.



Παράδειγμα 3

Κάποιος ανεβάζει μια χαμογελαστή φωτογραφία.

Ο νους αποφασίζει:

«Είναι ευτυχισμένος χωρίς εμένα.»

Ή κάποιος δεν κάνει like ή δεν στέλνει μήνυμα.

Ο νους καταλήγει:

«Δεν σήμαινα τίποτα.»

Ενώ η μόνη βεβαιότητα είναι ότι δεν έκανε like ή δεν έστειλε μήνυμα.

Το νόημα που δίνουμε είναι μια ερμηνεία — όχι απαραίτητα η πραγματικότητα.



Η μεγαλύτερη παγίδα

Όταν ενεργοποιείται ο φόβος της απόρριψης, δεν σταματάμε να κάνουμε mentalization επειδή είμαστε αδύναμοι.

Σταματάμε επειδή ο εγκέφαλος προσπαθεί να μας προστατεύσει.

Η βεβαιότητα, ακόμη κι όταν είναι επώδυνη, μοιάζει ασφαλέστερη από την αβεβαιότητα.

Γι’ αυτό πολλές φορές είναι ευκολότερο να πιστέψουμε:

«Δεν με αγαπά.»

παρά να αντέξουμε το δυσκολότερο:

«Δεν γνωρίζω ακόμη τι συμβαίνει.»

Οι άνθρωποι δεν υποφέρουμε μόνο από τα γεγονότα.

Υποφέρουμε και από τη βεβαιότητα με την οποία ερμηνεύουμε γεγονότα που στην πραγματικότητα παραμένουν ανοιχτά.



Πώς επιστρέφουμε στη mentalization;

Η mentalization δεν σημαίνει ότι θα πάψουμε να πληγωνόμαστε.

Σημαίνει ότι, ακόμη και μέσα στη συναισθηματική φόρτιση, μπορούμε να κάνουμε μια μικρή παύση και να θυμηθούμε ότι:

• Το συναίσθημά μου είναι αληθινό, αλλά ίσως δεν περιγράφει ολόκληρη την πραγματικότητα.

• Δεν μπορώ να γνωρίζω με βεβαιότητα τι σκέφτεται ή τι αισθάνεται ο άλλος μόνο από τη συμπεριφορά του.

• Για το ίδιο γεγονός μπορεί να υπάρχουν περισσότερες από μία εξηγήσεις.

Η mentalization δεν αφαιρεί τον πόνο.

Μειώνει όμως την πιθανότητα να τον πολλαπλασιάσουμε με τις βεβαιότητες που δημιουργεί ο φόβος.



Μια μικρή θεραπευτική άσκηση

Την επόμενη φορά που θα πιάσεις τον εαυτό σου να είναι απόλυτα βέβαιος για το τι σκέφτεται ή τι αισθάνεται ο άλλος, σταμάτησε για λίγα δευτερόλεπτα και ρώτησε:

«Ποιες άλλες τρεις εξηγήσεις θα μπορούσαν να υπάρχουν;»

Αν μπορείς να βρεις έστω τρεις, δεν σημαίνει ότι βρήκες τη σωστή απάντηση.

Σημαίνει ότι άρχισες να σκέφτεσαι ξανά με περιέργεια αντί να καθοδηγείσαι μόνο από τον φόβο.



Peter Fonagy (1952–)

Ο Peter Fonagy είναι Ούγγρο-Βρετανός ψυχαναλυτής, κλινικός ψυχολόγος και καθηγητής στο University College London. Θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους εκπροσώπους της σύγχρονης ψυχαναλυτικής σκέψης. Συνέδεσε την ψυχανάλυση με τη θεωρία του δεσμού (Attachment Theory), την αναπτυξιακή ψυχολογία και τη σύγχρονη επιστημονική έρευνα, αναδεικνύοντας τη mentalization ως θεμελιώδη ψυχική λειτουργία για την κατανόηση του εαυτού και των άλλων.

Address

Ζαλόγγου 10Α , Αθήνα
Athens
10678

Telephone

+306944894459

Website

Alerts

Be the first to know and let us send you an email when Άσπα Καρακώστα, Ψυχολόγος, MSc, PhD posts news and promotions. Your email address will not be used for any other purpose, and you can unsubscribe at any time.

Shortcuts

Featured

Share

Category