26/08/2026
Μότσαρτ: Το παιδί πίσω από την ιδιοφυΐα.
Μια ψυχολογική ματιά στη ζωή ενός παιδιού-θαύματος.
Στο Σάλτσμπουργκ ο Μότσαρτ είναι παντού. Στις πλατείες, στις αίθουσες συναυλιών, στα μουσεία, στις βιτρίνες. Είναι τόσο ισχυρός ο μύθος της ιδιοφυΐας, ώστε εύκολα ξεχνά κανείς τον άνθρωπο.
Κι όμως, μπαίνοντας στο σπίτι όπου γεννήθηκε, στην Getreidegasse, στις 27 Ιανουαρίου 1756, ένα μικρό αντικείμενο αρκεί για να αλλάξει την οπτική: το παιδικό του βιολί.
Ξαφνικά δεν βρίσκεται κανείς απέναντι στον «μεγάλο Μότσαρτ», αλλά απέναντι σε ένα παιδί.
Ένα παιδί εξαιρετικά προικισμένο, που μεγάλωσε πολύ γρήγορα.
Ένα παιδί που έμαθε νωρίς να καταπλήσσει.
Στα πέντε του χρόνια ο Βόλφγκανγκ Αμαντέους Μότσαρτ έπαιζε ήδη πλήκτρα και βιολί και συνέθετε τα πρώτα του κομμάτια. Στα έξι άρχισε να ταξιδεύει και να εμφανίζεται μπροστά στις ευρωπαϊκές αυλές.
Ο πατέρας του, Λέοπολντ Μότσαρτ, ήταν μουσικός, συνθέτης και σημαντικός παιδαγωγός του βιολιού. Αναγνώρισε πολύ νωρίς τις εξαιρετικές ικανότητες του γιου του και ανέλαβε όχι μόνο την εκπαίδευσή του αλλά και την οργάνωση της παιδικής του σταδιοδρομίας.
Έτσι η παιδική ηλικία του Βόλφγκανγκ έγινε σε μεγάλο βαθμό μια ζωή στον δρόμο.
Άμαξες, πανδοχεία, ξένες πόλεις, βασιλικές αυλές, ακροατήρια. Μόναχο, Βιέννη, Παρίσι, Λονδίνο, Ιταλία.
Στη διάρκεια της ζωής του πραγματοποίησε 17 μεγάλα ταξίδια και πέρασε μακριά από το Σάλτσμπουργκ συνολικά 3.720 ημέρες — δέκα χρόνια, δύο μήνες και δύο ημέρες. Περίπου το ένα τρίτο της σύντομης ζωής του.
Το πρώτο μεγάλο ταξίδι άρχισε όταν ήταν έξι ετών.
Αυτό το στοιχείο έχει ιδιαίτερη σημασία όταν προσπαθούμε να δούμε πίσω από την ιδιοφυΐα.
Γιατί το παιδί Μότσαρτ δεν έμαθε μόνο ότι είχε ένα χάρισμα. Έμαθε πολύ νωρίς ότι το χάρισμα αυτό προκαλούσε τον θαυμασμό των άλλων. Έπρεπε να παίζει, να παρουσιάζεται, να εντυπωσιάζει.
Δεν μπορούμε, και δεν θα ήταν επιστημονικά έντιμο, να κάνουμε αναδρομικές ψυχιατρικές ή ψυχολογικές διαγνώσεις σε έναν άνθρωπο του 18ου αιώνα.
Μπορούμε όμως να θέσουμε ένα ερώτημα που αφορά κάθε παιδί:
Τι σημαίνει για την ανάπτυξη ενός παιδιού όταν ένα ιδιαίτερο χάρισμα γίνεται από πολύ νωρίς κεντρικό στοιχείο της ταυτότητάς του;
Πού τελειώνει το «με αγαπούν» και πού αρχίζει το «με θαυμάζουν γι' αυτό που μπορώ να κάνω»;
Δεν γνωρίζουμε πώς θα απαντούσε ο ίδιος ο Μότσαρτ. Η ενήλικη ζωή του όμως δείχνει πόσο σημαντική έγινε για εκείνον η ανάγκη να αποφασίζει ο ίδιος.
Ήταν έμφυτη η ιδιοφυΐα του;
Η μουσική ιδιοφυΐα του Μότσαρτ δεν μπορεί να εξηγηθεί από έναν μόνο παράγοντα.
Από πολύ μικρός φαίνεται ότι διέθετε εξαιρετική μουσική αντίληψη και μνήμη και ασυνήθιστη ευκολία στην κατανόηση, στον αυτοσχεδιασμό και στη σύνθεση.
Αλλά το χάρισμα συνάντησε και εξαιρετικά ευνοϊκές συνθήκες για να αναπτυχθεί.
Ο Λέοπολντ τού πρόσφερε συστηματική εκπαίδευση από την προσχολική ηλικία. Και τα μεγάλα ταξίδια μετέτρεψαν την Ευρώπη σε ένα τεράστιο μουσικό σχολείο. Ο μικρός Βόλφγκανγκ άκουγε διαφορετικούς συνθέτες, ορχήστρες και μουσικές παραδόσεις και είχε την ικανότητα να αφομοιώνει όσα συναντούσε.
Στα δεκατέσσερά του, στη Ρώμη, συνδέθηκε με ένα περιστατικό που έμεινε θρυλικό: αφού άκουσε το Miserere του Gregorio Allegri στην Καπέλα Σιστίνα, φέρεται να το κατέγραψε σε μεγάλο βαθμό από μνήμης και να έκανε διορθώσεις ύστερα από δεύτερη ακρόαση.
Η ιδιοφυΐα του λοιπόν δεν χρειάζεται να εξηγηθεί ούτε ως κάτι μεταφυσικό ούτε αποκλειστικά ως προϊόν σκληρής εκπαίδευσης.
Πιθανότερα υπήρξε η εξαιρετικά σπάνια συνάντηση φυσικής προδιάθεσης, συστηματικής διδασκαλίας, συνεχούς εξάσκησης και μιας τεράστιας μουσικής εμπειρίας από πολύ μικρή ηλικία.
Ο πατέρας του έδωσε τα εργαλεία. Η Ευρώπη τού έδωσε τα ερεθίσματα.
Το αποτέλεσμα αυτών δημιούργησε την ταυτότητά του.
Νάνερλ: το άλλο παιδί-θαύμα
Υπάρχει όμως ένα πρόσωπο χωρίς το οποίο η ιστορία της παιδικής του ηλικίας παραμένει ελλιπής.
Η μεγαλύτερη κατά πέντε χρόνια αδελφή του, Μαρία Άννα Μότσαρτ, η Νάνερλ, ήταν επίσης εξαιρετικά προικισμένη μουσικά.
Στα πρώτα ταξίδια ο Λέοπολντ παρουσίαζε ουσιαστικά δύο παιδιά-θαύματα. Η Νάνερλ ήταν εξαιρετική εκτελέστρια στα πλήκτρα και τα δύο αδέλφια εμφανίζονταν μαζί στις ευρωπαϊκές αυλές.
Κάποια στιγμή όμως οι δρόμοι τους χώρισαν.
Ο Βόλφγκανγκ μπορούσε, ως άνδρας, να συνεχίσει να ταξιδεύει, να διεκδικεί θέσεις και να δημιουργήσει επαγγελματική μουσική σταδιοδρομία. Για μια γυναίκα της κοινωνικής τάξης της Νάνερλ στον 18ο αιώνα οι δυνατότητες ήταν πολύ πιο περιορισμένες.
Δεν γνωρίζουμε τι θα μπορούσε να είχε γίνει η Νάνερλ υπό διαφορετικές κοινωνικές συνθήκες. Γνωρίζουμε όμως ότι το ταλέντο της ήταν πραγματικό.
Έζησε σχεδόν τέσσερις δεκαετίες περισσότερο από τον αδελφό της. Πέθανε το 1829 και τάφηκε στο ιστορικό κοιμητήριο του Αγίου Πέτρου στο Σάλτσμπουργκ.
Η ιστορία της μάς υπενθυμίζει ότι στην αρχή της ιστορίας των Μότσαρτ δεν υπήρχε ένα παιδί-θαύμα.
Υπήρχαν δύο.
Η εποχή όμως δεν τους επέτρεψε να εξελιχθούν με τον ίδιο τρόπο.
Το δεύτερο σπίτι: ο έφηβος Μότσαρτ.
Το 1773, όταν ο Βόλφγκανγκ ήταν 17 ετών, η οικογένεια μετακόμισε από την Getreidegasse στο μεγαλύτερο Tanzmeisterhaus, το σημερινό Mozart-Wohnhaus στη Makartplatz.
Αν το πρώτο σπίτι είναι ο τόπος του παιδιού-θαύματος, το δεύτερο είναι ο τόπος της εφηβείας και της πρώτης ενηλικίωσης.
Εδώ η εικόνα αλλάζει.
Δεν έχουμε πια μόνο το παιδί που ο πατέρας παρουσιάζει στις ευρωπαϊκές αυλές. Έχουμε έναν νεαρό άνδρα που έχει ήδη γνωρίσει την Ευρώπη, γνωρίζει την αξία του και αρχίζει να αναζητεί τη δική του θέση.
Συνθέτει, ταξιδεύει, αναζητεί επαγγελματικές δυνατότητες έξω από το Σάλτσμπουργκ, αλλά εξακολουθεί να επιστρέφει στην οικογενειακή εστία και στην ισχυρή παρουσία του Λέοπολντ.
Ανάμεσα στα δύο σπίτια του Σάλτσμπουργκ μπορεί κανείς σχεδόν να παρακολουθήσει μια αναπτυξιακή πορεία:
στην Getreidegasse διαμορφώνεται το χάρισμα· στη Makartplatz διαμορφώνεται η ανάγκη για αυτονόμηση.
Ο πατέρας που του έδωσε τα πάντα και από τον οποίο έπρεπε να απομακρυνθεί όπως με όλα τα παιδιά που αντιλαμβάνονται την ανάγκη τους για αυτονόμηση και ταυτόχρονα τη πίεση για επιδόσεις.
Η σχέση με τον Λέοπολντ είναι ίσως το πιο ενδιαφέρον σημείο για μια ψυχολογική ανάγνωση της ζωής του.
Ο πατέρας ήταν ο πρώτος του δάσκαλος, ο οργανωτής, ο προστάτης και ο άνθρωπος που αναγνώρισε το χάρισμά του. Χωρίς τον Λέοπολντ δύσκολα θα είχε υπάρξει η ίδια εξέλιξη.
Αλλά η ανάπτυξη ενός παιδιού περιλαμβάνει κάποτε και την ανάγκη να διαφοροποιηθεί από εκείνον που το καθοδήγησε.
Όσο ο Βόλφγκανγκ μεγάλωνε, η σχέση τους γινόταν δυσκολότερη. Αυτό που για τον ενήλικα ήταν προστασία μπορούσε για το παιδί να βιώνεται ως περιορισμός.
Το 1781, στα 25 του, ήρθε η καθοριστική ρήξη. Ο Μότσαρτ εγκατέλειψε την υπηρεσία του πρίγκιπα-αρχιεπισκόπου του Σάλτσμπουργκ και αποφάσισε να παραμείνει στη Βιέννη.
Δεν άλλαζε απλώς τόπο εργασίας.
Διεκδικούσε την αυτονόμησή του.
Ίσως αυτή να είναι μία από τις πιο ανθρώπινες αντιφάσεις της ζωής του: ο άνθρωπος από τον οποίο χρειάστηκε να απομακρυνθεί ήταν ο ίδιος άνθρωπος που του είχε δώσει τα εργαλεία για να γίνει αυτό που ήταν.
Βιέννη: η ελευθερία
Ο ίδιος ο Μότσαρτ έγραψε το 1781 για τη Βιέννη ότι ήταν ένας θαυμάσιος τόπος και «για το επάγγελμά μου, ο καλύτερος τόπος στον κόσμο».
Για το Σάλτσμπουργκ είχε εκφραστεί πολύ διαφορετικά. Παραπονιόταν για την έλλειψη ανταπόκρισης στη μουσική του και έφτανε να παρομοιάζει το ακροατήριο με «τραπέζια και καρέκλες».
Στη Βιέννη βρήκε θέατρα, συναυλίες, μαθητές και κοινό. Μπορούσε να εργάζεται ως πιανίστας, δάσκαλος και συνθέτης και να επιχειρήσει κάτι σχετικά τολμηρό για την εποχή: να ζήσει σε μεγάλο βαθμό ως ανεξάρτητος μουσικός.
Γνώρισε μεγάλες επιτυχίες και περιόδους σημαντικών εισοδημάτων. Δεν ήταν ο μόνιμα εξαθλιωμένος και παραγνωρισμένος καλλιτέχνης που δημιούργησε αργότερα ο μύθος. Είχε όμως υψηλά έξοδα, χρέη και προς το τέλος της δεκαετίας του 1780 αντιμετώπισε οικονομικές δυσκολίες.
Η Βιέννη τού πρόσφερε αυτό που αναζητούσε.
Ελευθερία, όχι ασφάλεια.
Κονστάντσε: από την οικογένεια καταγωγής στην οικογένεια που δημιούργησε ο ίδιος
Το 1782 παντρεύτηκε την Κονστάντσε Βέμπερ, παρά τις αρχικές αντιρρήσεις του πατέρα του.
Απέκτησαν έξι παιδιά, από τα οποία μόνο δύο έφτασαν στην ενηλικίωση: ο Καρλ Τόμας και ο Φραντς Ξάβερ Βόλφγκανγκ.
Ο μικρότερος γεννήθηκε στις 26 Ιουλίου 1791, λίγους μήνες πριν από τον θάνατο του πατέρα του.
Μια οικογενειακή αφήγηση που κατέγραψε ο πρώτος βιογράφος του Μότσαρτ αναφέρει ότι, όταν το μωρό έκλαιγε, η φωνή του συντονίστηκε κάποια στιγμή με έναν τόνο που έπαιζε ο πατέρας του στο πιάνο. Ο Μότσαρτ φέρεται τότε να αστειεύτηκε ότι το παιδί αυτό θα γινόταν «ένας Μότσαρτ».
Δεν πρόλαβε να το δει να μεγαλώνει.
Όταν πέθανε, ο Φραντς Ξάβερ ήταν μόλις τεσσάρων μηνών.
Η Κονστάντσε φρόντισε αργότερα για τη μουσική εκπαίδευσή του. Ανάμεσα στους δασκάλους του υπήρξε και ο Αντόνιο Σαλιέρι. Ο Φραντς Ξάβερ έγινε πιανίστας, συνθέτης και δάσκαλος, αλλά μεγάλωσε αναπόφευκτα κάτω από τη σύγκριση με έναν πατέρα που ουσιαστικά δεν είχε γνωρίσει.
Υπάρχει εδώ μια ενδιαφέρουσα επανάληψη ανάμεσα στις γενιές.
Ο Βόλφγκανγκ ήταν το παιδί πάνω στο οποίο ο Λέοπολντ επένδυσε τεράστιες προσδοκίες. Ο Φραντς Ξάβερ μεγάλωσε με την προσδοκία να αποδειχθεί αντάξιος του ονόματος του πατέρα του.
Και αυτό ξεπερνά την οικογένεια Μότσαρτ.
Τι κληροδοτούμε τελικά στα παιδιά μας μαζί με τα χαρίσματα, τις αξίες και τα όνειρά μας; Και σε ποιο σημείο η προσδοκία του γονέα παύει να ενισχύει το παιδί και αρχίζει να βαραίνει τη δική του ταυτότητα;
Ο άνθρωπος πίσω από την ιδιοφυΐα.
Ο πραγματικός Μότσαρτ απείχε αρκετά από την αυστηρή εικόνα των επίσημων πορτρέτων.
Ήταν κοινωνικός, αγαπούσε την παρέα, τα παιχνίδια και το χιούμορ. Οι επιστολές του αποκαλύπτουν έναν άνθρωπο αυθόρμητο, παιχνιδιάρη και συχνά αθυρόστομο. Στον ελεύθερο χρόνο του έπαιζε χαρτιά.
Το 1784 έγινε μέλος τεκτονικής στοάς. Οι ιδέες της γνώσης, της αδελφοσύνης και της ηθικής βελτίωσης που υπήρχαν σε αυτό το περιβάλλον συνδέονται και με πλευρές της ώριμης δημιουργίας του.
Το 1785 ο Λέοπολντ επισκέφθηκε τον γιο του στη Βιέννη και είδε από κοντά την επαγγελματική του επιτυχία.
Ήταν η τελευταία φορά που συναντήθηκαν.
Ο Λέοπολντ πέθανε το 1787.
Ο «Μαγικός Αυλός» και το τέλος.
Το 1791, το τελευταίο έτος της ζωής του, ο Μότσαρτ συνέθεσε τον «Μαγικό Αυλό».
Ένα έργο όπου το παραμύθι, η κωμωδία και το λαϊκό θέατρο συναντούν τον συμβολισμό και ιδέες γύρω από τη γνώση, τη δοκιμασία, την αδελφοσύνη και την πορεία από το σκοτάδι προς το φως.
Δεν χρειάζεται να διαβάσουμε το έργο ως αυτοβιογραφία. Έχει όμως ενδιαφέρον ότι προς το τέλος της ζωής ενός ανθρώπου που χρειάστηκε να αγωνιστεί για την προσωπική του αυτονομία εμφανίζεται ένα έργο όπου οι ήρωες περνούν δοκιμασίες για να φτάσουν στην ωριμότητα.
Η πρεμιέρα έγινε στη Βιέννη στις 30 Σεπτεμβρίου 1791.
Την ίδια περίοδο εργαζόταν και στο Ρέκβιεμ, το οποίο δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει.
Στις 5 Δεκεμβρίου 1791 πέθανε.
Ήταν μόλις 35 ετών.
Ένας θάνατος χωρίς οριστική απάντηση
Δεν πραγματοποιήθηκε νεκροτομή και επομένως δεν υπάρχει σήμερα παθολογοανατομική απόδειξη για την ακριβή αιτία του θανάτου του.
Στους αιώνες που ακολούθησαν διατυπώθηκαν πολλές θεωρίες.
Αργότερα εμφανίστηκε και ένα παράξενο στοιχείο: ένα κρανίο που αποδόθηκε στον Μότσαρτ και τελικά κατέληξε στο Mozarteum του Σάλτσμπουργκ.
Το κρανίο εξετάστηκε επιστημονικά και εντοπίστηκαν ενδείξεις παλαιού τραυματισμού, γεγονός που οδήγησε και σε υποθέσεις για πιθανή σχέση του με τον θάνατο.
Το βασικό πρόβλημα όμως παραμένει:
δεν έχει αποδειχθεί ότι το κρανίο είναι πράγματι του Μότσαρτ.
Μεταγενέστερες προσπάθειες γενετικής ταυτοποίησης δεν έδωσαν ασφαλή απάντηση. Έτσι η ακριβής αιτία του θανάτου του παραμένει αβέβαιη.
Η Κονστάντσε έπρεπε να συνεχίσει.
Ο Μότσαρτ πέθανε στα 35.
Η Κονστάντσε έμεινε χήρα μόλις στα 29 της, με δύο παιδιά.
Χρόνια αργότερα ξαναπαντρεύτηκε τον Δανό διπλωμάτη Georg Nikolaus Nissen.
Αυτό όμως δεν σήμανε ότι έσβησε τον πρώτο της σύζυγο από τη ζωή της. Αντίθετα, εργάστηκε για τη διατήρηση και διάδοση του έργου του, ενώ ο Νίσεν αφιέρωσε χρόνια στη συγγραφή μιας βιογραφίας του Μότσαρτ.
Υπάρχει κάτι ιδιαίτερα ανθρώπινο σε αυτή την εξέλιξη.
Ο Μότσαρτ έμεινε για πάντα 35 ετών. Η Κονστάντσε έπρεπε να συνεχίσει να μεγαλώνει, να μεγαλώσει τα παιδιά τους, να ξαναφτιάξει τη ζωή της και να δει τον άνθρωπο που είχε γνωρίσει ως σύζυγο να μετατρέπεται σταδιακά σε μύθο.
Η συνέχιση της ζωής δεν σημαίνει διαγραφή της απώλειας.
Μερικές φορές σημαίνει ακριβώς το αντίθετο: να βρεθεί ένας τρόπος να υπάρχει η μνήμη χωρίς να σταματήσει η ζωή.
Η μουσική και ο ψυχικός μας κόσμος
Και εδώ ίσως βρίσκεται ο λόγος που η ιστορία του Μότσαρτ δεν αφορά μόνο τη μουσικολογία.
Η μουσική έχει βαθιά σχέση με τον ανθρώπινο ψυχισμό. Επηρεάζει τη διάθεση και τη συναισθηματική διέγερση, συνδέεται με τη μνήμη, την προσδοκία και την ανταμοιβή και μπορεί να λειτουργήσει ως ένας τρόπος προσέγγισης συναισθημάτων που δεν εκφράζονται πάντοτε εύκολα με λέξεις.
Δεν χρειάζεται να καταφύγουμε στον γνωστό μύθο του «Mozart effect», ότι δηλαδή ακούγοντας Μότσαρτ γινόμαστε αυτομάτως εξυπνότεροι. Δεν υπάρχει επιστημονική τεκμηρίωση για μια τέτοια μόνιμη γενική επίδραση.
Η πραγματική σχέση της μουσικής με την ψυχολογία είναι πολύ πιο ενδιαφέρουσα.
Στη μουσική του Μότσαρτ συναντά κανείς συχνά τάξη και συναίσθημα ταυτόχρονα.
Μια φωτεινή μελωδία μπορεί να σκιαστεί ξαφνικά από μελαγχολία. Το παιχνίδι μπορεί να συνυπάρξει με την αγωνία. Η χαρά με τη νοσταλγία. Η τρυφερότητα με την απώλεια.
Και αυτό είναι βαθιά ανθρώπινο.
Γιατί ο ψυχισμός μας σπάνια βιώνει ένα μόνο συναίσθημα κάθε φορά. Μπορούμε να αγαπάμε και να θυμώνουμε με τον ίδιο άνθρωπο. Να χαιρόμαστε και ταυτόχρονα να φοβόμαστε την απώλεια. Να πενθούμε και παρ' όλα αυτά να γελάμε. Να επιθυμούμε την εγγύτητα και ταυτόχρονα την ελευθερία.
Η ψυχική ωριμότητα δεν βρίσκεται απαραίτητα στην εξαφάνιση αυτών των αντιθέσεων.
Βρίσκεται συχνά στην ικανότητα να τις αντέχουμε και να τους επιτρέπουμε να συνυπάρχουν.
Ίσως γι' αυτό η μουσική του Μότσαρτ εξακολουθεί να μας αγγίζει.
Όχι επειδή γνωρίζουμε τι ακριβώς αισθανόταν όταν συνέθετε, αυτό δεν μπορούμε να το γνωρίζουμε.
Αλλά επειδή η μουσική του μπορεί ακόμη να κινητοποιεί κάτι μέσα σε εμάς.
Τι μας άφησε τελικά;
Ο Μότσαρτ πέθανε στα 35 του έχοντας αφήσει περισσότερα από 600 έργα και 22 όπερες.
Η αξία του όμως δεν βρίσκεται μόνο στον αριθμό τους.
Πήρε τις μεγάλες μουσικές μορφές της εποχής του, τη συμφωνία, το κοντσέρτο, τη σονάτα, τη μουσική δωματίου, την όπερα και τις οδήγησε σε εξαιρετικό επίπεδο τεχνικής και εκφραστικής δύναμης.
Ιδιαίτερα στην όπερα η μουσική του δεν συνοδεύει απλώς τους χαρακτήρες.
Τους αποκαλύπτει.
Οι άνθρωποί του μπορούν να είναι αστείοι και τραγικοί, γενναιόδωροι και εγωιστές, ερωτευμένοι, ζηλιάρηδες, φοβισμένοι. Είναι αντιφατικοί, όπως είναι οι πραγματικοί άνθρωποι.
Και ίσως αυτή να είναι η ουσιαστικότερη αξία του έργου του για όλους εμάς.
Η μουσική δεν χρειάζεται να μας κάνει εξυπνότερους για να είναι πολύτιμη.
Μπορεί να μας βοηθήσει να αναγνωρίσουμε, να αντέξουμε και κάποιες φορές να εκφράσουμε κάτι από αυτό που ήδη υπάρχει μέσα μας.
Από το παιδικό βιολί στη μουσική που έμεινε για παντοτινά…
Φεύγοντας από το Σάλτσμπουργκ, η ζωή του Μότσαρτ μπορεί σχεδόν να διαβαστεί μέσα από τρεις τόπους.
-Στην Getreidegasse βρίσκεται το παιδί: το μικρό βιολί, η Νάνερλ, ο Λέοπολντ, η πρώτη εκπαίδευση και τα ταξίδια, η αναγνώριση με άλλα λόγια του χαρίσματος.
-Στη Makartplatz βρίσκεται ο έφηβος: ο νεαρός που έχει ήδη γνωρίσει την Ευρώπη και αρχίζει να αναζητεί τη δική του θέση μέσα σε αυτήν, ξεκινώντας το δρόμο της διαφοροποίησής του.
-Και στη Βιέννη βρίσκεται ο ενήλικος: ο άνθρωπος που απομακρύνεται από τον πατέρα και τον εργοδότη του, δημιουργεί τη δική του οικογένεια και επιχειρεί να ζήσει και να δημιουργήσει με τους δικούς του όρους για αυτό και λάτρεψε τη Βιέννη. Εδώ επήλθε η αυτονόμηση.
Σκέψεις κάνουμε και για τα άλλα σημαντικά άτομα που τον περίκλυαν η Νάνερλ, το άλλο παιδί-θαύμα, που έζησε μια διαφορετική ζωή, η Κονστάντσε, που έμεινε χήρα στα 29 της, συνέχισε τη ζωή της και βοήθησε να διασωθεί η μνήμη του και Ο Φραντς Ξάβερ, που σχεδόν δεν γνώρισε τον πατέρα του αλλά μεγάλωσε κουβαλώντας το όνομά του. Μέσα σε αυτόν τον κύκλο, ξεχωριστή θέση κρατά και ο Τζόζεφ Χάιντν, ο μεγάλος του φίλος και συνθέτης, ο οποίος παρά τη διαφορά ηλικίας τους, τον αντίκρισε με απόλυτο σεβασμό, τον αποκάλεσε σπουδαιότερο δημιουργό του κόσμου και θρήνησε βαθιά τον πρόωρο χαμό του.
Και, σχεδόν δυόμισι αιώνες αργότερα, ερχόμαστε εμείς.
Άνθρωποι που εξακολουθούμε να μπαίνουμε στο σπίτι όπου γεννήθηκε, να στεκόμαστε μπροστά στο μικρό παιδικό βιολί και να ακούμε τη μουσική του.
Ίσως αυτό να είναι τελικά το πιο ουσιαστικό ψυχολογικό ίχνος αυτής της ιστορίας.
Ένα παιδί μπορεί να έχει ένα εξαιρετικό χάρισμα. Δεν παύει όμως να είναι παιδί.
Χρειάζεται αναγνώριση, αλλά και χώρο. Καθοδήγηση, αλλά και σταδιακή ελευθερία. Ρίζες, αλλά και το δικαίωμα να διαφοροποιηθεί από τις προσδοκίες εκείνων που το μεγάλωσαν.
Ο Μότσαρτ έζησε μόλις 35 χρόνια. Πέρασε τα πρώτα του χρόνια μέσα στις προσδοκίες που δημιούργησε το χάρισμά του και ένα σημαντικό μέρος της ενήλικης ζωής του διεκδικώντας το δικαίωμα να το διαχειρίζεται ο ίδιος.
Η ζωή του τελείωσε νωρίς.
Η μουσική του όχι.
Πίσω από την ιδιοφυΐα μπορούμε ακόμη να δούμε ένα παιδί, πίσω από τη μουσική έναν άνθρωπο και μέσα στη μουσική κάτι από τον δικό μας ψυχικό κόσμο.