Αγγελική Μπολουδάκη

Αγγελική Μπολουδάκη Ψυχοθεραπεία, Συμβουλευτική.
Οι συνεδρίες πραγματοποι

06/08/2026

Η θέση του παιδιού και η θέση του ενήλικα μέσα μας

Σου έχει συμβεί να νιώθεις ότι έχεις κάτι δικό σου να προσφέρεις, αλλά το πλαίσιο γύρω σου δεν σου επιτρέπει να το εκφράσεις; Να μένεις για καιρό σε όσα δεν σου δίνουν, μέχρι να δυσκολεύεσαι να δεις τι μπορείς εσύ να δημιουργήσεις με όσα διαθέτεις;

Το παράπονό σου μπορεί να είναι αληθινό. Ίσως πράγματι το πλαίσιο να είναι περιοριστικό, άκαμπτο ή φτωχότερο από τις δυνατότητές σου. Ίσως να μη σου προσφέρει τον χώρο που χρειάζεσαι για να αναπτύξεις όσα επιθυμείς.

Υπάρχει, όμως, μια στιγμή που χρειάζεται να αναρωτηθείς όχι μόνο «γιατί δεν με αφήνουν;», αλλά και «τι μπορώ να κάνω εγώ μέσα σε αυτό που υπάρχει;».

Το παιδί μέσα μας λέει:
«Αφήστε με να παίξω. Δώστε μου χώρο να κάνω αυτό που θέλω».

Όταν δεν του τον δίνουν, απογοητεύεται. Νιώθει πως το εμποδίζουν, πως δεν το βλέπουν ή πως ακυρώνουν τις δυνατότητές του. Και μπορεί να παραμένει στο παράπονο: σε όσα δεν του επέτρεψαν, σε όσα δεν του πρόσφεραν, σε όλα εκείνα που θα έκανε «αν το άφηναν».

Η παιδική θέση περιμένει συχνά από το πλαίσιο να δημιουργήσει τις κατάλληλες συνθήκες. Σκέφτεται:

«Αφού δεν μπορώ να κάνω ακριβώς αυτό που θέλω, δεν μπορώ να κάνω τίποτα».
«Πρέπει πρώτα να αλλάξουν οι συνθήκες για να δείξω τι μπορώ».
«Κάποιος πρέπει να μου δώσει χώρο».
«Αν δεν αναγνωρίσουν την ιδέα μου, δεν έχει νόημα να προσπαθήσω».

Ο ενήλικας μέσα σου δεν απορρίπτει αυτό το παράπονο ούτε προσπαθεί να σε πείσει ότι όλα εξαρτώνται από εσένα. Κοιτάζει την πραγματικότητα και αναρωτιέται:

«Ποιες είναι οι δικές μου δυνατότητες και ποιες οι δυνατότητες του πλαισίου;»
«Ποιο μέρος της επιθυμίας μου μπορεί να πραγματοποιηθεί τώρα;»
«Τι μπορώ να ξεκινήσω με τα μέσα που ήδη διαθέτω;»
«Ποιον χώρο χρειάζεται να ζητήσω και ποιον μπορώ να δημιουργήσω;»
«Ποιοι περιορισμοί είναι πραγματικοί και ποιοι έχουν γίνει μέσα μου πεποίθηση;»

Το παιδί σκέφτεται συχνά με όρους «όλα ή τίποτα». Αν δεν μπορεί να πραγματοποιήσει ολόκληρο το όραμά του, αισθάνεται ότι ακυρώνεται. Ο ενήλικας διακρίνει το εφικτό από το ιδανικό, χωρίς να εγκαταλείπει ούτε την επιθυμία ούτε την πραγματικότητα. Μπορεί να ξεκινήσει από κάτι μικρό, όχι επειδή μικραίνει τον εαυτό του, αλλά επειδή γνωρίζει πως η δημιουργία χρειάζεται χώρο, χρόνο και συνέχεια.

Το να πάρεις χώρο δεν σημαίνει πάντοτε ότι κάποιος θα σου τον παραχωρήσει έτοιμο. Μπορεί να σημαίνει ότι εκφράζεις καθαρά την πρόθεσή σου, καταθέτεις μια συγκεκριμένη πρόταση, αναλαμβάνεις μια πρωτοβουλία ή αξιοποιείς διαφορετικά όσα ήδη υπάρχουν. Ότι δεν περιμένεις πρώτα να αναγνωριστούν οι δυνατότητές σου για να τις ενεργοποιήσεις, αλλά τους επιτρέπεις να αποκτήσουν ορατή μορφή μέσα από τις πράξεις σου.

Η ενήλικη θέση δεν σου υπόσχεται ότι κάθε επιθυμία μπορεί να πραγματοποιηθεί σε κάθε πλαίσιο. Σε βοηθά, όμως, να διακρίνεις αν χρειάζεται να προσαρμόσεις τον τρόπο, να επιμείνεις, να περιμένεις, να αναζητήσεις έναν διαφορετικό δρόμο ή να αναγνωρίσεις ότι το συγκεκριμένο πλαίσιο έχει εξαντλήσει όσα μπορεί να σου προσφέρει.

Η μετάβαση από το παράπονο στη δημιουργία δεν σημαίνει ότι δικαιολογείς όσα σε περιορίζουν. Σημαίνει ότι δεν τους παραδίδεις ολόκληρη τη δύναμή σου.

Το παιδί μέσα σου μπορεί να εξακολουθεί να λέει:

«Θέλω να παίξω, να δοκιμάσω, να δημιουργήσω κάτι δικό μου».

Και ο ενήλικας να του απαντά:

«Σε ακούω. Δεν θα περιμένουμε, όμως, να γίνει ο κόσμος ακριβώς όπως τον θέλουμε για να αρχίσουμε. Ας δούμε τι διαθέτουμε, ποιον χώρο μπορούμε να ανοίξουμε και τι αληθινό μπορούμε να δημιουργήσουμε από εδώ».

Αγγελική Μπολουδάκη

06/08/2026

Υπάρχουν απώλειες που, καθώς συνεχίζουμε, αλλάζουν θέση μέσα μας.

Άνθρωποι που εξακολουθούν να υπάρχουν στον τρόπο που κοιτάζεις, που αγαπάς, που φοβάσαι. Ζωές που φαντάστηκες αλλά δεν έζησες. Σχέσεις στις οποίες έδωσες ένα μέρος του εαυτού σου και δεν το πήρες ποτέ πίσω όπως το έδωσες. Λόγια που έμειναν μέσα σου, επειδή δεν υπήρξε πια χρόνος να ειπωθούν.

Κάποιες ημέρες πιστεύεις πως έχεις προχωρήσει. Κι έπειτα μια μυρωδιά, μια εικόνα, ένα γνώριμο φως πάνω σε ένα άδειο δωμάτιο σε επιστρέφει εκεί. Όχι επειδή δεν θέλεις να ζήσεις, αλλά επειδή κάποτε εκεί υπήρξε ζωή. Η δική σου ζωή.

Και πονάς.

Πονάς όχι μόνο γι’ αυτό που έχασες, αλλά και γι’ αυτό που θα μπορούσε να είχε υπάρξει. Για όσα περίμενες να μοιραστείτε. Για εκείνον τον εαυτό σου που ένιωθε ασφαλής μέσα σε μια παρουσία, σε μια υπόσχεση, σε ένα «μαζί».

Δεν χρειάζεται να μικρύνεις αυτή την οδύνη για να αποδείξεις ότι είσαι δυνατός. Ο πόνος σου μαρτυρεί πως κάτι είχε αξία. Πως δεν πέρασες αδιάφορος από τη ζωή του. Πως αγάπησες τόσο, ώστε η απουσία να έχει βάρος.

Κι όμως, κάποτε, χωρίς να το καταλάβεις, αρχίζεις πάλι να στρέφεσαι προς τη ζωή. Γελάς και για μια στιγμή ξεχνιέσαι. Επιθυμείς κάτι χωρίς να νιώθεις ότι προδίδεις εκείνο που χάθηκε. Αφήνεις έναν άνθρωπο να σε πλησιάσει. Κάνεις ένα σχέδιο για το αύριο.

Και ίσως τότε φοβηθείς. Γιατί κάθε καινούργια χαρά μοιάζει σαν να απομακρύνεσαι από όσα αγάπησες.

Δεν απομακρύνεσαι.

Ό,τι αγάπησες αληθινά δεν χρειάζεται τη δυστυχία σου για να παραμείνει σημαντικό. Δεν χρειάζεται να μείνεις ακίνητος για να αποδείξεις πως δεν ξέχασες. Μπορείς να κρατήσεις μέσα σου όσα υπήρξαν και συγχρόνως να απλώσεις το χέρι σε όσα έρχονται.

Αυτή είναι ίσως η πιο δύσκολη ελευθερία: να επιτρέψεις στη ζωή να σε συναντήσει ξανά, έχοντας μέσα σου όλα όσα αγάπησες και έχασες. Να μην κάνεις το πένθος σπίτι σου, αλλά να του δώσεις έναν αληθινό τόπο μέσα σου, έναν τόπο που δεν χρειάζεται να αδειάσει για να χωρέσει ξανά η ζωή.

Γιατί η καρδιά δεν αγαπά αφαιρώντας. Μεγαλώνει για να χωρέσει.

Χωρά εκείνους που έφυγαν και εκείνους που θα έρθουν. Όσα δεν εκπληρώθηκαν και όσα ακόμη σε καλούν. Την οδύνη γι’ αυτό που δεν υπάρχει πια και τη συγκίνηση γι’ αυτό που μπορεί ακόμη να υπάρξει.

Και συνεχίζεις.

Όχι επειδή έπαψες να πονάς, αλλά επειδή ανακαλύπτεις πως η αγάπη που έμεινε μέσα σου δεν είναι μόνο μνήμη.

Είναι και ζωή που ζητά να συνεχιστεί.

Αγγελική Μπολουδάκη

06/08/2026

Μερικές φορές αναγνωρίζεις πολύ γρήγορα ότι ένας άνθρωπος δεν μπορεί να ανταποκριθεί σε αυτό που χρειάζεσαι. Βλέπεις την ασυνέπεια, αισθάνεσαι την απουσία του και αποφασίζεις να αποχωρήσεις.

Κι όμως πονάς βαθιά.

Και τότε δυσκολεύεσαι να καταλάβεις τον εαυτό σου. Αναρωτιέσαι γιατί πενθείς τόσο μια σχέση που κράτησε λίγο. Γιατί επιστρέφεις διαρκώς σε όσα σου έκανε. Γιατί χρειάζεσαι να εξηγήσεις τη συμπεριφορά του, να της δώσεις ένα όνομα, να αποδείξεις ότι δεν τη φαντάστηκες.

Δεν πενθείς πάντοτε τον άνθρωπο που γνώρισες. Μπορεί να πενθείς εκείνον που πίστεψες ότι θα μπορούσε να γίνει. Τη σχέση που άρχισε να σχηματίζεται μέσα σου. Την προσδοκία ότι αυτή τη φορά κάποιος θα σε συναντούσε με την ίδια διαθεσιμότητα με την οποία τον συνάντησες εσύ.

Μπορεί ακόμη να πενθείς μια παλαιότερη ελπίδα: ότι, αν είσαι αρκετά αληθινός, τρυφερός και ανοιχτός, ο άλλος θα ανταποκριθεί. Κι όταν αυτό δεν συμβαίνει, δεν χάνεται μόνο μια γνωριμία. Αγγίζεται η παλιά πληγή του ανθρώπου που πρόσφερε κάτι αληθινό και βρέθηκε ξανά μόνος απέναντι στην προσφορά του.

Γι’ αυτό και το «κοίτα τι μου έκανε» μερικές φορές σημαίνει κάτι βαθύτερο:

«Κοίτα πόσο με πόνεσε που δεν με συνάντησε».
«Κοίτα πόσο φοβήθηκα ότι η συμπεριφορά του λέει κάτι για την αξία μου».
«Κοίτα πόσο δύσκολο είναι να δεχτώ ότι αυτό που επιθύμησα δεν υπήρχε όπως το φαντάστηκα».

Χρειάζεται να σεβαστείς αυτό το πένθος. Να μην το υποτιμήσεις επειδή η σχέση ήταν σύντομη και να μη βιαστείς να το μετατρέψεις σε μάθημα. Η ψυχή δεν μετρά τον δεσμό μόνο με τον χρόνο. Τον μετρά και με την προσδοκία που επενδύθηκε, με την ανάγκη που ξύπνησε, με την παλιά ιστορία που ανακινήθηκε.

Χρειάζεται όμως, κάποια στιγμή, να επιστρέψει το βλέμμα από εκείνον σε εσένα. Γιατί όσο αναζητάς αδιάκοπα γιατί σου φέρθηκε έτσι, η ζωή σου εξακολουθεί να οργανώνεται γύρω από τη δική του συμπεριφορά. Η αλήθεια για εκείνον μπορεί να εξηγήσει την πληγή· δεν μπορεί από μόνη της να τη θεραπεύσει.

Η βαθύτερη ερώτηση δεν είναι μόνο:

«Γιατί μου το έκανε;»

Είναι και:

«Τι πίστεψα για εμένα εξαιτίας αυτού που μου έκανε;»

Μήπως πίστεψες ότι δεν ήσουν αρκετός; Ότι δεν άξιζες περισσότερη φροντίδα; Ότι, αν ήσουν διαφορετικός, θα μπορούσες να προκαλέσεις μέσα του την ανταπόκριση που έλειπε;

Κάτω από αυτές τις σκέψεις μπορεί να υπάρχει ένας ακόμη πιο ευάλωτος φόβος:

«Μήπως είδε κάτι πάνω μου που με έκανε λιγότερο επιθυμητό, λιγότερο αποδεκτό, λιγότερο άξιο να με διαλέξει;»

Αυτός ο φόβος είναι συχνά πιο οδυνηρός από την ίδια την απόρριψη. Γιατί τότε δεν πονάς μόνο επειδή ο άλλος δεν ανταποκρίθηκε. Αρχίζεις να κοιτάζεις τον εαυτό σου μέσα από το βλέμμα που φαντάζεσαι ότι έστρεψε επάνω σου. Ψάχνεις τι δεν ήταν αρκετά όμορφο, αρκετά σωστό, αρκετά επιθυμητό. Σαν να κρύβεται κάπου πάνω σου ένα ελάττωμα που εκείνος διέκρινε και το οποίο δικαιολογεί την απομάκρυνσή του.

Όμως ο τρόπος με τον οποίο ένας άνθρωπος σε είδε ή δεν μπόρεσε να σε δει δεν αποτελεί την αλήθεια για εσένα. Και η επιλογή του δεν είναι η απόφαση ενός δικαστή για την αξία σου. Δεν χρειάζεται να διορθώσεις κάτι επάνω σου για να εξηγήσεις τη δική του αδυναμία να σχετιστεί.

Ο σεβασμός προς τον εαυτό σου αρχίζει όταν παύεις να χρησιμοποιείς την αδυναμία του άλλου να ανταποκριθεί ως μέτρο της δικής σου αξίας. Η μη ανταπόκρισή του δεν αποδεικνύει ότι σου έλειπε κάτι. Αποκαλύπτει ότι εκείνος δεν μπορούσε ή δεν επιθυμούσε να προσφέρει τη σχέση που χρειαζόσουν.

Δεν χρειάζεται να αρνηθείς αυτό που σου έκανε για να αναλάβεις ξανά τη ζωή σου. Μπορείς να αναγνωρίσεις και τις δύο αλήθειες:

«Ναι, με πλήγωσε και δεν άξιζα αυτή τη συμπεριφορά.
Και ναι, εγώ την αναγνώρισα, εμπιστεύτηκα όσα αισθανόμουν και αποχώρησα».

Εμπιστοσύνη στη ζωή δεν σημαίνει ότι δεν πενθείς όσα δεν έλαβες. Σημαίνει ότι δεν θεωρείς τη στέρηση που συνάντησες απόδειξη πως η αγάπη τελείωσε για εσένα. Δεν στερείς από τον εαυτό σου την ικανότητά του να αισθάνεται επειδή κάποιος δεν μπόρεσε να την τιμήσει. Δεν μετατρέπεις την απογοήτευση σε δυσπιστία απέναντι σε ολόκληρη τη ζωή.

Και αυτοσεβασμός δεν σημαίνει να περηφανευτείς αμέσως, πριν ακόμη αντέξεις την οδύνη σου. Σημαίνει να μη ντραπείς επειδή πίστεψες, επειδή επιθύμησες, επειδή πληγώθηκες. Να αναγνωρίσεις πως η ελπίδα σου δεν ήταν αφέλεια και η ανάγκη σου για σχέση δεν ήταν αδυναμία.

Η περηφάνια έρχεται αργότερα, όταν μπορείς να κοιτάξεις πίσω χωρίς να βλέπεις μόνο εκείνον που δεν ανταποκρίθηκε. Όταν βλέπεις και εσένα: τον άνθρωπο που αυτή τη φορά αντιλήφθηκε την πραγματικότητα νωρίς, δεν διαπραγματεύτηκε όσα είχε ανάγκη και δεν εγκατέλειψε τον εαυτό του για να διατηρήσει έναν δεσμό.

Τότε το «κοίτα τι μου έκανε» αρχίζει σιγά σιγά να μεταμορφώνεται:

«Κοίτα τι μπόρεσα να δω.
Κοίτα πόσο τίμησα την αλήθεια μου.
Κοίτα πώς, ενώ πόνεσα, έμεινα με σεβασμό στο πλευρό μου».

Δεν είναι μικρότερη η οδύνη επειδή αποχώρησες νωρίς.
Είναι όμως διαφορετική η ιστορία.

Γιατί αυτή τη φορά δεν χρειάστηκε να χαθείς μαζί με αυτό που έχασες.

Αγγελική Μπολουδάκη

06/08/2026

Έχεις νιώσει ποτέ να παραμένεις εγκλωβισμένος στην ανάγκη να αλλάξουν, για να μπορέσουν επιτέλους να σε δουν;

Να ανοίγεται μπροστά σου η ζωή, αλλά ένα μέρος σου να επιστρέφει διαρκώς πίσω.

Σαν να μην μπορείς να προχωρήσεις πραγματικά πριν σε κοιτάξουν διαφορετικά.

Σαν να μην επιτρέπεται να ζήσεις, αν εκείνοι δεν αναγνωρίσουν πρώτα αυτό που σου συνέβη.

Κάθε άνοιγμά σου προς τη ζωή γίνεται τότε ταυτόχρονα και μια επιστροφή.

Ξεκινάς μια σχέση με έναν άνθρωπο που είναι πιο διαθέσιμος, όμως περιμένεις ακόμη να σου αποδείξει ότι δεν θα γίνει σαν εκείνους που σε πλήγωσαν.

Θέλεις να εκφράσεις τις ανάγκες σου, αλλά την τελευταία στιγμή σωπαίνεις, σαν να κινδυνεύει η σχέση αν ακουστείς.

Απομακρύνεσαι από μια κατάσταση που σε μικραίνει, όμως συνεχίζεις μέσα σου τον ίδιο διάλογο. Εξηγείς, απολογείσαι, προσπαθείς ακόμη να πείσεις ανθρώπους που ίσως δεν άκουσαν ποτέ πραγματικά.

Κάποιες φορές δεν επιστρέφεις στους ίδιους ανθρώπους.

Επιστρέφεις στην ίδια θέση.

Στη θέση εκείνου που περιμένει.

Που ελπίζει.

Που πιστεύει ότι, αν προσπαθήσει λίγο ακόμη, αν γίνει λίγο καλύτερος, λίγο πιο υπομονετικός, λίγο πιο κατανοητικός, ίσως αυτή τη φορά τον δουν.

Ίσως γιατί κάποτε έμαθες ότι δεν αρκεί να υπάρχεις.

Ότι πρέπει να περιμένεις.

Να προσαρμόζεσαι.

Να αντέχεις.

Να κερδίζεις αυτό που είχες τόσο ανάγκη.

Και έτσι, ενώ η ζωή σε καλεί να προχωρήσεις, το βλέμμα σου παραμένει στραμμένο προς τα πίσω.

Όχι επειδή αγαπάς περισσότερο το παρελθόν.

Αλλά επειδή ένα κομμάτι σου εξακολουθεί να ελπίζει ότι εκεί θα αλλάξει κάτι.

Ίσως αυτό να είναι το πιο δύσκολο πένθος.

Να αποδεχτείς όχι μόνο ότι κάποιοι άνθρωποι δεν άλλαξαν.

Αλλά ότι μπορεί να μη γίνουν ποτέ οι άνθρωποι από τους οποίους χρειαζόσουν να αναγνωριστείς.

Και τότε αρχίζει να γεννιέται μια άλλη δυνατότητα.

Να μη χρειάζεσαι πια να αλλάξει το παρελθόν, για να επιτρέψεις στον εαυτό σου να ζήσει το παρόν.

Να αναγνωρίσεις ότι ο πόνος σου είναι αληθινός, ακόμη κι αν δεν τον αναγνωρίσουν ποτέ εκείνοι.

Να σταματήσεις να ζητάς από τους ίδιους ανθρώπους αυτό που δεν είχαν ποτέ να σου δώσουν.

Όχι επειδή τους τιμωρείς.

Αλλά επειδή επιλέγεις να μη συνεχίσεις να τιμωρείς εσύ τον εαυτό σου.

Κάποτε συνειδητοποιείς ότι δεν είναι η ζωή που σε κρατούσε πίσω.

Είναι η ελπίδα ότι, αν περίμενες λίγο ακόμη, θα άλλαζε το παρελθόν.

Όμως το παρελθόν δεν αλλάζει.

Εσύ αλλάζεις.

Και τότε η εξέλιξη παύει να είναι επιστροφή.

Το βλέμμα σου στρέφεται, επιτέλους, εκεί όπου βρίσκεται η ζωή.

Στους ανθρώπους που μπορούν να σε συναντήσουν.

Στις σχέσεις όπου δεν χρειάζεται να μικρύνεις για να χωρέσεις.

Στις επιθυμίες που περίμεναν σιωπηλά να πάψεις να ζητάς την άδεια του παρελθόντος για να τις ακολουθήσεις.

Ίσως η ελευθερία να μην αρχίζει όταν αλλάζουν οι άλλοι.

Ίσως να αρχίζει τη στιγμή που σταματάς να τους αναθέτεις τη δύναμη να αποφασίζουν αν θα ζήσεις.

Γιατί η ζωή δεν βρισκόταν ποτέ πίσω σου.

Σε περίμενε, υπομονετικά, μπροστά.

Αγγελική Μπολουδάκη

06/08/2026

Έχεις νιώσει ποτέ ότι πρέπει να γίνεις καλύτερος για να αισθανθείς πως είσαι αρκετός;

Όχι επειδή αγαπάς την εξέλιξη.

Αλλά επειδή, βαθιά μέσα σου, ελπίζεις πως κάποια μέρα θα πάψεις να αμφιβάλλεις για την αξία σου.

Να γίνεις πιο επιτυχημένος. Πιο χρήσιμος. Πιο δυνατός. Πιο διαθέσιμος. Να προσφέρεις περισσότερο. Να αντέχεις περισσότερο. Να μην απογοητεύεις κανέναν.

Κι όμως, κάθε φορά που κάνεις ένα λάθος, επιστρέφει η ίδια παλιά αίσθηση:

«Δεν είσαι αρκετός.»

Έχεις αναρωτηθεί πότε γεννήθηκε αυτή η φωνή;

Πότε το παιδί που ήσουν, που ήρθε στον κόσμο χωρίς να χρειάζεται να αποδείξει τίποτα για να αξίζει μια αγκαλιά, άρχισε να πιστεύει ότι η αγάπη πρέπει να κερδίζεται;

Ίσως όταν οι μεγάλοι χαμογελούσαν περισσότερο όταν ήσουν «εύκολο» παιδί.

Ίσως όταν έκρυβες τα δάκρυά σου, επειδή ένιωθες πως ενοχλούσαν.

Ίσως όταν προσπάθησες να γίνεις αυτό που είχαν ανάγκη οι άλλοι, για να μη χάσεις τη σχέση μαζί τους.

Δεν το επέλεξες.

Προσαρμόστηκες.

Και αυτή η προσαρμογή ήταν τότε ο καλύτερος τρόπος που διέθετες για να προστατεύσεις τον εαυτό σου και τον δεσμό σου με εκείνους που χρειαζόσουν.

Γι’ αυτό μία από τις βαθύτερες αλήθειες είναι η αθώωση.

Να μπορέσεις να κοιτάξεις εκείνο το παιδί χωρίς να το κατηγορείς.

Να του πεις:

«Δεν έφταιγες που φοβήθηκες.

Δεν έφταιγες που προσπάθησες να χωρέσεις.

Δεν έφταιγες που πίστεψες ότι έπρεπε να γίνεις κάποιος άλλος για να αγαπηθείς.»

Η αθώωση δεν σημαίνει ότι ο ενήλικας απαλλάσσεται από την ευθύνη του.

Σημαίνει ότι παύει να ζει σαν να βρίσκεται διαρκώς στο εδώλιο.

Γιατί υπάρχει μεγάλη διαφορά ανάμεσα στην ευθύνη και στην καταδίκη.

Η ευθύνη σε βοηθά να δεις, να επανορθώσεις, να επιλέξεις διαφορετικά.

Η καταδίκη σε αναγκάζει να απολογείσαι ακόμη και για το δικαίωμά σου να υπάρχεις.

Κάποτε, στο γραφείο μου, ένας άνθρωπος είπε με δάκρυα στα μάτια:

«Αν είχα προσπαθήσει περισσότερο, ίσως να με αγαπούσαν.»

Πόσο περισσότερο, όμως, μπορεί να προσπαθήσει ένα παιδί;

Πόσο πιο ήσυχο, πιο υπάκουο, πιο χρήσιμο ή πιο αόρατο μπορεί να γίνει;

Και πότε του επιτρέπεται, επιτέλους, να σταματήσει;

Ίσως εκεί να αρχίζει η ελευθερία.

Όχι όταν πείθεις τον εαυτό σου ότι είσαι τέλειος.

Αλλά όταν καταλαβαίνεις ότι η αξία σου δεν περίμενε ποτέ την τελειότητα για να υπάρξει.

Δεν μεγάλωσε όταν πέτυχες.

Δεν μειώθηκε όταν απέτυχες.

Δεν εξαρτήθηκε από το αν σε διάλεξαν ή αν έφυγαν.

Εκείνο που τραυματίστηκε ήταν η πίστη σου σε αυτήν.

Και ίσως αυτή να είναι μία αλήθεια που προκαλεί συγκίνηση:

να επιστρέφεις σιγά σιγά σε έναν τρόπο να κοιτάζεις τον εαυτό σου χωρίς κατηγορία.

Με αλήθεια, ώστε να αναγνωρίζεις τις πράξεις και τις επιλογές σου.

Με ευθύνη, ώστε να αλλάζεις ό,τι χρειάζεται.

Και με σεβασμό, ώστε να μη μετατρέπεις τις ατέλειές σου σε απόδειξη αναξιότητας.

Γιατί δεν αλλάζεις πραγματικά όταν προσπαθείς να αποδείξεις ότι αξίζεις.

Αλλά όταν παύεις να πιστεύεις ότι κάποτε δεν άξιζες.

Αγγελική Μπολουδάκη

05/08/2026

Όταν χάνεσαι τη στιγμή που πονάς

Υπάρχουν άνθρωποι που, όταν τα πράγματα δυσκολεύουν, εξαφανίζονται.

Δεν τηλεφωνούν. Δεν ζητούν βοήθεια. Δεν λένε «σε χρειάζομαι». Κλείνουν την πόρτα, σωπαίνουν και προσπαθούν να αντέξουν μόνοι τους εκείνο που τους ξεπερνά.

Ίσως αυτή η απομάκρυνση να μη σημαίνει ότι δεν θέλουν τους άλλους κοντά τους. Ίσως σημαίνει ότι κάποτε τους χρειάστηκαν πολύ και δεν τους βρήκαν.

Ένα παιδί που απλώνει τα χέρια του και κανείς δεν έρχεται, δεν παύει αμέσως να έχει ανάγκη. Πρώτα περιμένει. Ύστερα πονά. Και κάποτε μαθαίνει να μην απλώνει πια τα χέρια του.

Μπορεί να του είπαν: «Μην κάνεις έτσι».
«Πρέπει να τα καταφέρνεις μόνος σου».
«Δεν έχω τώρα χρόνο».
Μπορεί η παρηγοριά να δινόταν μόνο όταν ήταν ήσυχο, υπάκουο, εύκολο· όταν μπορούσε να κρύψει ακριβώς εκείνο που χρειαζόταν να ακουστεί.

Έτσι έμαθε πως ο πόνος του επιβαρύνει. Πως η ανάγκη του απομακρύνει. Πως το να στραφεί προς έναν άνθρωπο και να μη συναντήσει κανέναν πονά περισσότερο από το να μη ζητήσει εξαρχής.

Η απόσυρση τότε δεν ήταν αδιαφορία. Ήταν προστασία. Ένας τρόπος να διατηρήσει την αξιοπρέπειά του απέναντι στην απουσία, να μη βιώσει ξανά τη συντριβή μιας προσδοκίας που έμενε μετέωρη.

Ο Donald Winnicott έγραψε πως πίσω από τον φόβο της κατάρρευσης συχνά βρίσκεται μια κατάρρευση που έχει ήδη συμβεί, σε μια εποχή που το παιδί δεν είχε ακόμη τα ψυχικά μέσα ούτε μια αρκετά σταθερή παρουσία για να τη βιώσει και να την επεξεργαστεί. Κάποιες φορές, λοιπόν, δεν φοβόμαστε μόνο τον σημερινό πόνο. Φοβόμαστε ότι θα ξαναβρεθούμε μέσα σε εκείνη την παλιά αβοηθησία, όπου πονάμε και κανείς δεν γνωρίζει ότι υπάρχουμε.

Ένας άνθρωπος στο γραφείο μού έλεγε πως κάθε φορά που κάτι τον πλήγωνε, έκλεινε το τηλέφωνο και απομακρυνόταν για ημέρες. Οι άνθρωποι που τον αγαπούσαν πίστευαν ότι δεν τους εμπιστευόταν. Εκείνος πίστευε πως απλώς «χρειαζόταν χρόνο». Μέχρι που θυμήθηκε τον εαυτό του παιδί, κλεισμένο στο δωμάτιό του μετά από μια δύσκολη στιγμή, να ακούει τους μεγάλους να συνεχίζουν τη ζωή τους σαν να μην είχε συμβεί τίποτα.

Δεν είχε επιλέξει πραγματικά τη μοναξιά. Είχε προσαρμοστεί στην απουσία.

Η θεραπευτική εργασία δεν ήταν να πειστεί βιαστικά ότι «τώρα όλα είναι διαφορετικά». Ήταν να αποκτήσει χώρο η οδύνη του για όλες εκείνες τις φορές που κανείς δεν μπήκε στο δωμάτιο. Και, σιγά σιγά, να δοκιμάσει κάτι που για εκείνον ήταν πιο τρομακτικό ακόμη και από τη μοναξιά: να παραμείνει σε σύνδεση ενώ πονούσε.

Να στείλει ένα μήνυμα: «Δεν είμαι καλά, αλλά δεν θέλω να χαθώ».
Να επιτρέψει σε έναν άνθρωπο να μείνει δίπλα του χωρίς να απαιτεί από εκείνον να γίνει αμέσως καλά.
Να ανακαλύψει ότι η ανάγκη δεν τον μικραίνει και η παρουσία του δεν αποτελεί βάρος.

Η ελευθερία δεν βρίσκεται στην απαίτηση να πάψεις αμέσως να αποσύρεσαι. Βρίσκεται στη στιγμή που αναγνωρίζεις ότι αυτός ο τρόπος κάποτε σε προστάτευσε, αλλά δεν είναι πια ο μοναδικός που διαθέτεις.

Μπορείς να απομακρυνθείς όταν χρειάζεσαι χώρο, χωρίς να εγκαταλείψεις τη σύνδεση. Μπορείς να πεις «δεν μπορώ να μιλήσω ακόμη» αντί να εξαφανιστείς. Μπορείς να αφήσεις κάποιον να σε συναντήσει, όχι επειδή είσαι βέβαιος ότι δεν θα πληγωθείς ποτέ, αλλά επειδή η αξία σου δεν εξαρτάται πλέον από το πόσο αθόρυβα υποφέρεις.

Και όταν κάποιος παραμένει δίπλα σου χωρίς να σε πιέζει, χωρίς να φοβάται τον πόνο σου και χωρίς να ζητά να τον κρύψεις για να τον καθησυχάσεις, κάτι μέσα σου μαθαίνει μια νέα αλήθεια:

Αυτή τη φορά μπορείς να πονάς και να μη χαθείς.
Μπορείς να χρειάζεσαι και να εξακολουθείς να αξίζεις.
Μπορείς να αφήσεις ένα χέρι να φτάσει μέχρι το μέρος όπου κάποτε περίμενες μόνος.

Αγγελική Μπολουδάκη

05/08/2026

Μου αρέσουν οι άνθρωποι που, από μικρά παιδιά, δεν χωρούσαν σε εκείνο που οι μεγάλοι όριζαν ως αγάπη.

Γιατί κάποιοι μεγάλοι, πληγωμένοι και οι ίδιοι, είχαν μάθει να ονομάζουν αγάπη την υποταγή. Την απουσία προσωπικής γνώμης. Τη σιωπή μπροστά στην αδικία. Την παραίτηση από την επιθυμία. Την υποχρέωση του παιδιού να καταλαβαίνει τους πάντες, χωρίς κανείς να προσπαθεί να καταλάβει εκείνο.

«Αν με αγαπάς, θα κάνεις αυτό που σου λέω».
«Αν με αγαπάς, δεν θα με στενοχωρείς».
«Αν με αγαπάς, δεν θα θυμώνεις μαζί μου».
«Αν με αγαπάς, θα γίνεις αυτό που χρειάζομαι».

Κι έτσι η αγάπη δεν παρουσιαζόταν ως συνάντηση, αλλά ως συμμόρφωση. Δεν άφηνε χώρο για δύο πρόσωπα· απαιτούσε το ένα να εξαφανιστεί, ώστε το άλλο να μη συναντήσει τα τραύματα και τους φόβους του.

Μου αρέσουν εκείνα τα παιδιά που κάτι μέσα τους αντιστάθηκε. Όχι επειδή δεν αγαπούσαν. Αλλά επειδή διαισθάνονταν πως η αγάπη που απαιτεί να προδώσεις τον εαυτό σου δεν μπορεί να σε θρέψει.

Κάποια αντέδρασαν. Κάποια θύμωσαν. Κάποια απομακρύνθηκαν. Κάποια σώπασαν εξωτερικά, αλλά κράτησαν κρυμμένη μέσα τους μια αίσθηση αλήθειας: «Αυτό που μου ζητάτε δεν μπορεί να είναι όλη η αγάπη».

Το πλήρωσαν ακριβά. Ονομάστηκαν δύσκολα, αχάριστα, εγωιστικά, υπερβολικά. Έμαθαν να φοβούνται ότι, αν έχουν γνώμη, θα χάσουν τη σχέση. Ότι, αν βάλουν ένα όριο, θα εγκαταλειφθούν. Ότι, αν ζήσουν σύμφωνα με την αλήθεια τους, θα πληγώσουν εκείνους που αγαπούν.

Και πολλές φορές, μεγαλώνοντας, συνέχισαν να απολογούνται για την ύπαρξή τους. Να εξηγούν υπερβολικά τις αποφάσεις τους. Να τρομάζουν μπροστά στη δυσαρέσκεια του άλλου. Να αισθάνονται ενοχή κάθε φορά που η επιθυμία τους δεν συμφωνούσε με την επιθυμία κάποιου αγαπημένου προσώπου.

Η μεγάλη αποκάλυψη έρχεται όταν αρχίζουν να αντιλαμβάνονται ότι δεν ήταν ανίκανα να αγαπήσουν. Απλώς αρνούνταν, ακόμη και χωρίς να το γνωρίζουν, να ονομάσουν αγάπη την αυτοεγκατάλειψη.

Και αυτή η επίγνωση έχει οδύνη. Γιατί χρειάζεται να αναγνωρίσουν πως όσα στερήθηκαν ήταν αληθινά. Πως ίσως δεν αγαπήθηκαν με τον τρόπο που είχαν ανάγκη. Πως για χρόνια προσπαθούσαν να κερδίσουν, με υπακοή και προσφορά, κάτι που ένα παιδί δεν θα έπρεπε ποτέ να χρειάζεται να κερδίσει.

Έχει όμως και ελευθερία.

Την ελευθερία να αγαπούν χωρίς να υποτάσσονται. Να σέβονται χωρίς να ακυρώνονται. Να ακούν τον άλλον χωρίς να εγκαταλείπουν τη δική τους εσωτερική φωνή. Να αναγνωρίζουν τα τραύματα των γονιών τους, χωρίς να παραδίδουν σε αυτά ολόκληρη τη ζωή τους.

Δεν χρειάζεται πια να αποδεικνύουν ότι αγαπούν εξαφανιζόμενοι. Μπορούν να παραμένουν ολόκληροι μέσα στη σχέση. Να λένε «σε αγαπώ» και συγχρόνως «δεν συμφωνώ». «Σε καταλαβαίνω» και συγχρόνως «δεν θα το δεχτώ». «Σε νοιάζομαι» και συγχρόνως «θα προστατεύσω τον εαυτό μου».

Μου αρέσουν αυτοί οι άνθρωποι γιατί, παρά τον φόβο τους, αποφασίζουν να μη συνεχίσουν τη διαστρέβλωση. Παίρνουν μια αγάπη στενή, φοβισμένη και απαιτητική και δεν την κληροδοτούν αυτούσια. Την επεξεργάζονται. Την πενθούν. Την καθαρίζουν από την υποχρέωση και τον εκβιασμό.

Και δημιουργούν μέσα τους χώρο για μια αγάπη πιο ευρύχωρη: μια αγάπη που δεν ζητά από κανέναν να μικρύνει για να χωρέσει, γιατί έχει την αφθονία να χωρά δύο ανθρώπους ολόκληρους.

Αγγελική Μπολουδάκη

05/08/2026

Το να είσαι ο εαυτός σου μέσα σε μια σχέση δεν σημαίνει να κάνεις κάθε φορά ό,τι θέλεις, ούτε να ζητάς από τον άλλον να αποδέχεται αδιαμαρτύρητα κάθε πλευρά σου. Σημαίνει να μη χρειάζεται να κρύβεσαι για να αγαπηθείς, αλλά και να μη χρησιμοποιείς την αυθεντικότητά σου ως άλλοθι για να πληγώνεις. Να γνωρίζεις τι αισθάνεσαι, τι επιθυμείς και από ποιο εσωτερικό σημείο ενεργείς, να μπορείς να το εκφράζεις καθαρά και συγχρόνως να αναγνωρίζεις την επίδρασή του στον άνθρωπο που σχετίζεται μαζί σου. Γιατί χωρίς αλήθεια δεν υπάρχει πραγματική συνάντηση, αλλά χωρίς σεβασμό η αλήθεια δεν μπορεί να γίνει σχέση.

Ο Murray Bowen ονόμασε «διαφοροποίηση του εαυτού» την ικανότητα να παραμένουμε ο εαυτός μας μέσα στη συναισθηματική εγγύτητα. Να μην εγκαταλείπουμε όσα αισθανόμαστε, πιστεύουμε και χρειαζόμαστε για να αποφύγουμε τη δυσαρέσκεια του άλλου, αλλά και να μη μετατρέπουμε την ανεξαρτησία μας σε αδιαφορία για εκείνον. Να μπορούμε να λέμε «εγώ» χωρίς να καταργούμε το «εσύ» και να δημιουργούμε ένα «εμείς» χωρίς κανείς από τους δύο να χάνεται μέσα του.

Στην καθημερινότητα αυτό φαίνεται στις πιο συγκεκριμένες στιγμές μιας σχέσης.

Να μπορείς να πεις ότι χρειάζεσαι χρόνο μόνη σου, αλλά και να αναρωτηθείς αν ζητάς χώρο για να φροντίσεις τον εαυτό σου ή αν αποσύρεσαι για να τιμωρήσεις τον άλλον.

Να εκφράζεις τον θυμό σου χωρίς να προσβάλλεις. Να λες «αυτό με πλήγωσε», αντί να μειώνεις, να ειρωνεύεσαι ή να αποδίδεις προθέσεις: «Είσαι εγωιστής», «ποτέ δεν νοιάζεσαι», «πάντα το ίδιο κάνεις».

Να μπορείς να διαφωνήσεις χωρίς να απαιτείς από τον άλλον να εγκαταλείψει τη δική του οπτική για να επιβεβαιώσει τη δική σου. Η διαφωνία δεν χρειάζεται να καταλήξει σε νικητή και ηττημένο. Μπορούν να συνυπάρχουν δύο διαφορετικές εμπειρίες του ίδιου γεγονότος.

Να λες ότι χρειάζεσαι περισσότερη τρυφερότητα, χωρίς να θεωρείς ότι ο άλλος είναι υποχρεωμένος να τη δείξει ακριβώς όπως τη φαντάζεσαι. Να ακούς και τον δικό του τρόπο, αλλά και να παρατηρείς με ειλικρίνεια αν αυτός ο τρόπος μπορεί πραγματικά να σε συναντήσει.

Να αρνείσαι την ερωτική επαφή όταν δεν την επιθυμείς, σεβόμενος το σώμα και το συναίσθημά σου. Και παράλληλα να μπορείς να συζητήσεις τι συμβαίνει μεταξύ σας, όταν η απόσταση επαναλαμβάνεται, χωρίς να χρησιμοποιείς τη σωματική εγγύτητα ούτε ως υποχρέωση ούτε ως μέσο επιβολής ή τιμωρίας.

Να διατηρείς τις φιλίες σου, εξετάζοντας όμως αν σέβονται τα όρια της σχέσης σου. Να μη διακόπτεις μια σημαντική σχέση μόνο και μόνο για να καθησυχάσεις τον άλλον, αλλά ούτε να ονομάζεις «φιλία» μια σύνδεση που στηρίζεται στην απόκρυψη, στον υπαινιγμό ή σε μια οικειότητα που αφαιρείται συστηματικά από τον δεσμό σας.

Να πραγματοποιείς ένα ταξίδι ή να αποδέχεσαι μια επαγγελματική ευκαιρία επειδή σε εκφράζει και σε εξελίσσει, όχι για να αποδείξεις ότι είσαι πιο ανεξάρτητη, πιο επιτυχημένη ή λιγότερο ευάλωτη. Και να μπορείς να ακούσεις τι σημαίνει αυτή η απόφαση για τον άλλον, χωρίς ούτε να ακυρώνεις την επιθυμία σου ούτε να απαξιώνεις το συναίσθημά του.

Να διαχειρίζεσαι τα χρήματά σου με ελευθερία, αλλά όταν οι οικονομικές σου αποφάσεις επηρεάζουν την κοινή ζωή, να μην τις παρουσιάζεις ως αποκλειστικά προσωπική σου υπόθεση. Η αυτονομία δεν καταργεί τη συμφωνία, όταν υπάρχουν κοινές ευθύνες.

Να μπορείς να λες «αυτό χρειάζομαι», αλλά και να ακούς το «δεν μπορώ» του άλλου. Ούτε η ανάγκη σου τον υποχρεώνει να την ικανοποιήσει ούτε η αδυναμία του κάνει την ανάγκη σου υπερβολική. Σας καλεί να δείτε αν και με ποιον τρόπο μπορείτε να συναντηθείτε.

Να είσαι ο εαυτός σου σημαίνει ακόμη να αναγνωρίζεις το λάθος σου. Να μη χρησιμοποιείς τη φράση «έτσι είμαι» για να αποφεύγεις την ευθύνη. Αν η ειλικρίνειά σου γίνεται σκληρότητα, αν η ανεξαρτησία σου γίνεται αδιαφορία, αν η ανάγκη σου για χώρο γίνεται εγκατάλειψη, η αυθεντικότητα δεν βρίσκεται στην υπεράσπιση της συμπεριφοράς σου. Βρίσκεται στη δυνατότητα να τη δεις, να την αναλάβεις και, όταν χρειάζεται, να την αλλάξεις.

Σε μια σχέση δεν υπάρχει μόνο το «εγώ» και το «εσύ». Υπάρχει και το «εμείς»: ένας κοινός χώρος που δημιουργούν δύο άνθρωποι και τον οποίο χρειάζεται να φροντίζουν χωρίς να εξαφανίζεται κανείς μέσα του.

Γι’ αυτό το να είσαι ο εαυτός σου είναι πράξη σεβασμού. Σεβασμού προς εσένα, ώστε να μη σιωπάς, να μη μικραίνεις και να μην προδίδεις όσα αισθάνεσαι. Σεβασμού προς τον άλλον, ώστε να μην τον χρησιμοποιείς ως χώρο όπου εκτονώνεις ανεπεξέργαστα κάθε συναίσθημα ή ως πρόσωπο που οφείλει να προσαρμόζεται σε κάθε επιθυμία σου. Και σεβασμού προς τη σχέση, ώστε οι επιλογές σου να μπορούν να σταθούν στο φως, να συζητηθούν και να αναληφθούν.

Η σχέση δεν ζητά από δύο ανθρώπους να πάψουν να είναι ο εαυτός τους. Τους καλεί να γίνουν περισσότερο ο εαυτός τους: πιο συνειδητοί, πιο ειλικρινείς και πιο υπεύθυνοι απέναντι σε αυτό που δημιουργούν μαζί.

Αγγελική Μπολουδάκη

05/08/2026

Θεραπεία δεν είναι να πάψεις να χρειάζεσαι.
Είναι να μη χρειάζεται πια να εγκαταλείπεις τον εαυτό σου κάθε φορά που φοβάσαι ότι θα σε εγκαταλείψει κάποιος άλλος.

Μέσα σε κάθε ενήλικα εξακολουθεί να υπάρχει ένα μικρότερο κομμάτι του, εκείνο που κάποτε περίμενε ένα βλέμμα να το αναγνωρίσει, μια αγκαλιά να αντέξει το συναίσθημά του, έναν άνθρωπο να του πει χωρίς λόγια:

«Δεν χρειάζεται να αλλάξεις για να μπορέσω να μείνω κοντά σου».

Όταν αυτό δεν συνέβη, το παιδί δεν έπαψε να χρειάζεται. Έμαθε να κρύβει την ανάγκη του. Έγινε ήσυχο, χρήσιμο, δυνατό. Έμαθε να φροντίζει τους άλλους, να προβλέπει τις διαθέσεις τους, να μη ζητά πολλά. Μερικές φορές έγινε τόσο αυτάρκες, ώστε κανείς να μην μπορεί να διακρίνει πόσο μόνο αισθανόταν.

Το παιδί δεν σκέφτεται ότι οι μεγάλοι δεν μπορούσαν να ανταποκριθούν. Πιστεύει πως κάτι στο ίδιο δεν άξιζε αρκετά ώστε να αγαπηθεί όπως χρειαζόταν. Και μεγαλώνει προσπαθώντας να διορθώσει τον εαυτό του, για να κερδίσει αναδρομικά εκείνη την αγάπη.

Γι’ αυτό και αργότερα μπορεί να επιλέγει ανθρώπους που το κρατούν σε αναμονή. Να προσπαθεί περισσότερο όταν ο άλλος απομακρύνεται. Να σωπαίνει όταν πληγώνεται, να εξηγεί εκείνον που το αδικεί, να εγκαταλείπει τις ανάγκες του προτού προλάβει να τις απορρίψει κάποιος άλλος.

Δεν αναζητά συνειδητά τον πόνο. Αναζητά, μέσα από μια οικεία σχέση, ένα διαφορετικό τέλος στην παλιά του ιστορία.

Η Virginia Satir πίστευε βαθιά ότι κάτω από τις άμυνες, τους ρόλους και τις δυσλειτουργικές συμπεριφορές υπάρχει πάντοτε ένας πολύτιμος ανθρώπινος πυρήνας. Ένας εαυτός που δεν χρειάζεται να κατασκευαστεί από την αρχή, αλλά να συναντηθεί με αποδοχή. Η θεραπεία, στη δική της ματιά, βοηθά τον άνθρωπο να αποκαταστήσει την επαφή με την αξία του και να γίνει πιο συμφιλιωμένος με όσα αισθάνεται, χρειάζεται και επιθυμεί.

Μια γυναίκα στο γραφείο μου έλεγε συχνά:
«Δεν θέλω να έχω ανάγκη κανέναν».

Κάθε φορά που ένας άνθρωπος δεν ανταποκρινόταν όπως περίμενε, εκείνη αποσυρόταν απότομα. Δεν ζητούσε, δεν διαμαρτυρόταν, δεν αποκάλυπτε την απογοήτευσή της. Έλεγε πως δεν την ένοιαζε και προσπαθούσε να πείσει και τον εαυτό της γι’ αυτό.

Ώσπου κάποια μέρα, μέσα από τη σιωπή της, αναδύθηκε μια άλλη φράση:

«Αν παραδεχτώ ότι τον χρειάζομαι και δεν έρθει, θα ξαναγίνω εκείνο το παιδί που περίμενε μόνο του».

Δεν χρειαζόταν να πείσουμε αυτό το παιδί ότι δεν είχε ανάγκη κανέναν. Χρειαζόταν η ενήλικη γυναίκα να πλησιάσει την οδύνη του χωρίς να ντραπεί για εκείνη. Να του πει:

«Καταλαβαίνω γιατί φοβάσαι. Αυτή τη φορά, όμως, δεν θα σε αφήσω μόνη για να κρατήσω κάποιον κοντά μου. Θα ακούω όσα αισθάνεσαι. Θα σέβομαι όσα χρειάζεσαι. Και αν κάποιος δεν μπορεί να μας συναντήσει, δεν θα θεωρήσω ότι γι’ αυτό αξίζουμε λιγότερο».

Αυτό είναι ένα βαθύ σημείο θεραπείας: όχι όταν το πληγωμένο παιδί εξαφανίζεται, αλλά όταν δεν παραμένει πια μόνο του με όσα έζησε. Όταν ο ενήλικας μπορεί να το ακούσει χωρίς να το απορρίπτει, να το προστατεύσει χωρίς να το φυλακίζει και να το παρηγορήσει χωρίς να του αρνείται την αλήθεια.

Σιγά σιγά, ο μεγάλος άνθρωπος γίνεται το ασφαλές μέρος που το μικρό περίμενε.

Όχι επειδή δεν θα πληγωθεί ξανά.
Αλλά επειδή, όταν πληγωθεί, δεν θα στραφεί εναντίον του εαυτού του.

Δεν θα τον μικρύνει για να χωρέσει.
Δεν θα τον εγκαταλείψει για να μην εγκαταλειφθεί.
Δεν θα τον προσφέρει ως αντάλλαγμα για λίγη αγάπη.

Θα αναζητήσει σχέσεις στις οποίες μπορεί να υπάρχει ολόκληρος, με την επιθυμία, την ευαισθησία, τα όρια και τις ανάγκες του.

Η θεραπεία δεν αλλάζει το παρελθόν. Αλλάζει τον άνθρωπο που επιστρέφει σε αυτό. Τώρα δεν επιστρέφει ως το αβοήθητο παιδί που περιμένει ακόμη να επιλεγεί. Επιστρέφει ως ένας ενήλικας που μπορεί να το κοιτάξει, να του απλώσει το χέρι και να του πει:

«Δεν χρειάζεται πια να κερδίσεις τη θέση σου.
Η θέση σου μέσα μου υπήρχε πάντοτε.
Τώρα είμαι εδώ για να την κατοικήσουμε μαζί».

Αγγελική Μπολουδάκη

Address

Κορωναίου 10
Chaniá
73136

Alerts

Be the first to know and let us send you an email when Αγγελική Μπολουδάκη posts news and promotions. Your email address will not be used for any other purpose, and you can unsubscribe at any time.

Contact The Practice

Send a message to Αγγελική Μπολουδάκη:

Shortcuts

Share