29/08/2026
Κανείς δεν σε προετοιμάζει για το πόσες φορές η μητρότητα σε αναγκάζει να αποχαιρετάς τα ίδια σου τα παιδιά — χωρίς ποτέ, στ’ αλήθεια, να τα χάνεις.
Κρατάς το νήπιο στην αγκαλιά σου και σου λείπει ήδη το νεογέννητο που ήταν χθες.
Κοιτάς το παιδί να περνά για πρώτη φορά την πόρτα του σχολείου και, ξαφνικά, λαχταράς εκείνο το μικρό κορμί που χωρούσε ολόκληρο μέσα στα χέρια σου.
Σου λείπει η λεπτή, παιδική φωνή.
Οι λέξεις που δεν μπορούσε ακόμη να πει σωστά.
Το μικρό χέρι που έψαχνε μέσα στον κόσμο να βρει το δικό σου.
Κι η πιο σκληρή αλήθεια είναι πως δεν ήξερες ποτέ ποια φορά ήταν η τελευταία.
Δεν ήξερες πως μια μέρα θα το σήκωνες στην αγκαλιά σου για τελευταία φορά.
Πως κάποια νύχτα θα ήταν η τελευταία που θα τρύπωνε στην αγκαλιά σου ζητώντας παρηγοριά.
Πως μια μέρα θα σου ζητούσε για τελευταία φορά να κάνεις εσύ εκείνο το μικρό πράγμα που αργότερα θα μάθαινε να το κάνει μόνο του.
Δεν έγινε τίποτε απότομα.
Μονάχα, λίγο λίγο, όπως φεύγει το νερό από την ανοιχτή παλάμη, σταμάτησε να χρειάζεται να το κουβαλάς.
Λίγο λίγο, έμαθε να στέκεται μόνο του, να περπατά, να διαλέγει δρόμο, να δένει τις πληγές του χωρίς να ζητά το χέρι σου.
Και εσύ το κοιτάς και καμαρώνεις.
Καμαρώνεις γι’ αυτό που γίνεται ... για τον άνθρωπο που, μέρα τη μέρα, ξεπηδά από το παιδί που κάποτε ήξερες.
Μα υπάρχει μέσα σου κι ένα άλλο, αθόρυβο συναίσθημα — μια γλυκιά θλίψη.
Μια επιθυμία να μπορούσες, έστω για μια μόνο στιγμή, να γυρίσεις πίσω και να συναντήσεις εκείνα τα παιδιά που υπήρξαν και που χάθηκαν μέσα στο ίδιο το παιδί που τώρα στέκεται μπροστά σου.
Γιατί η μητρότητα είναι τούτη η παράξενη μοίρα: να ερωτεύεσαι αδιάκοπα εκείνον που το παιδί σου γίνεται και, την ίδια στιγμή, να πενθείς σιωπηλά όλες τις μικρές μορφές του που έμειναν πίσω στον δρόμο.
Να το βλέπεις να προχωρά προς το μέλλον με όλη σου την περηφάνια — και μέσα σου να γυρίζει αδιάκοπα η ψυχή προς τα πίσω, εκεί όπου ένα μικρό χέρι ζητούσε το δικό σου.
Κι έτσι πορεύεται η μάνα:
Με το ένα της χέρι σπρώχνει το παιδί της προς τη ζωή.
Και με το άλλο κρατά, όσο μπορεί, τις σκιές όλων των παιδιών που εκείνο υπήρξε.
Κι όταν τα χέρια της αδειάσουν, καταλαβαίνει πως δεν άδειασε η καρδιά.
Γιατί όλα εκείνα τα παιδιά —το νεογέννητο, το νήπιο, το παιδί με τα φοβισμένα μάτια— δεν χάθηκαν ποτέ.
Έμειναν μέσα της.
Και κάθε φορά που το παιδί της μεγαλώνει, εκείνα ξυπνούν για μια στιγμή και την κοιτούν από μέσα της.
Και τότε η μάνα χαμογελά.
Και χωρίς να το ξέρει κανείς ... δακρύζει.