29/07/2026
Λέω πάντα ότι αν κάποιος θέλει να δει πως γεννιέται η κοινωνική ψυχοπαθολογία σήμερα, αυτό που πρέπει να κάνει είναι να πάει στην πηγή και μια καλή πηγή γι’ αυτή την παρατήρηση είναι η παιδική χαρά και η παραλία. Εκεί που γονείς και παιδιά αλληλεπιδρούν, εκεί που τίποτα δεν μένει κρυφό για κάποιον που θα σταθεί μια ώρα με ένα καφέ στο χέρι να παρατηρήσει.
Σήμερα φτάσαμε στην παραλία με την Ξ. Κατά το συνήθειο μας, όσο εγώ στήνω ομπρέλες, καρέκλες κλπ εκείνη σκανάρει στην ακτή ψάχνοντας για παιδάκια. Λοκάρει λοιπόν ένα αγόρι λίγο πιο μικρό από κείνην, γύρω στα πέντε με έξι και εφορμά ως γνώστης βλαχοδήμαρχος για να κάνει τα PR της. Γνωρίζεται λοιπόν με τον Ιωάννη ο οποίος κολυμπάει κοντά στον μπαμπά του. Ο Ιωάννης γουστάρει το παρεάκι όμως η φωνή του πατέρα του συνεχής και εκνευριστική. Ο Ιωάννης δεν μπορεί να πάει μπρός ούτε πίσω, δεν μπορεί να κολυμπήσει ούτε δεξιά ούτε αριστερά. Δεν πρέπει να κολυμπάει μπροστά ή πίσω από την Ξ. ενώ φυσικά δεν μπορεί να κάνει και πάρα πολλές βουτιές. Μήπως πάρει νερό και χαλάσει μάλλον. Μην τα πολυλογώ παρέα τα παιδιά δεν κάνανε φυσικά και ο Ιωάννης έπρεπε να βγει από τη θάλασσα με την εντολή του μπαμπά, για να έρθει αργότερα με τη μαμά.
Όντως κάποια στιγμή ξαναεμφανίζεται ο Ιωάννης με τη μαμά του όπου εκεί τα πράγματα δείχνουν απείρως πιο σοβαρά. Ο Ιωάννης πρέπει να βάλει τις παντόφλες του ακριβώς εκεί που θα πει η μαμά, να μπει με τον τρόπο που θέλει η μαμά, να του απαγορευτεί να κάνει παρέα με το παρεάκι που είχε σχηματιστεί εν τω μεταξύ γιατί τα κορίτσια ήταν…μεγαλύτερα, ενώ αν ο Ιωάννης ξέφευγε έστω και πόντο από τα όρια της μαμάς, η μαμά γινόταν σε 0-100 «κυνόδοντας» εν αναμονή. Το όριο ξεπερνιόταν σε δέκατα του δευτερολέπτου εφόσον ο Ιωάννης έκανε εκείνο που ήθελε κόντρα στην επιθυμία της μητέρας του, τα σύνορα του κόσμου τους θόλωναν και ο κίνδυνος να γίνει σε κοινή θέα αυτό που το παιδί βιώνει πίσω από κλειστές πόρτες αποκαλυπτόταν πλήρως. Όταν δε ήρθε η ώρα να βγουν από το νερό ο Ιωάννης έπρεπε να ακολουθήσει και πάλι συγκεκριμένη πορεία, την πορεία που υπέδειξε η μαμά του.
Ολόκληρη η ύπαρξη του Ιωάννη ήταν ένα «πρόβλημα». Ακούω φυσικά ήδη τους «δικαστές» να απαιτούν χαρτιά και βεβαιώσεις για το ποιος έχει δικαίωμα να γίνει γονέας. Δεν μας έφτανε δηλαδή ήδη ο φασισμός που έχει κατακλίσει τον κόσμο μας, χρειαζόμαστε και το φασισμό των «ορθών». Η κοινωνία δεν έχει ανάγκη ούτε από τιμωρούς, ούτε από φρουρούς, ούτε από ανθρώπους που θα μας πουν τι θα κάνουμε για να λύσουμε τα προβλήματα μας. Η κοινωνία έχει ανάγκη από πρόνοια. Έχει ανάγκη από τρυφερότητα. Έχει ανάγκη από αγάπη. Έχει ανάγκη από ομορφιά.
Η κοινωνία μετουσιώνει όλα όσα κουβαλά η καταγωγή της και όλα όσα κατακλύζουν κάθε στιγμή τα μάτια, τα αφτιά, τη μύτη και το στόμα της. Την ίδια της την ψυχή. Τρέχουμε σα σβούρες γύρω γύρω, πολλοί με φλογοβόλα, λίγοι με πυροσβεστήρες να «προλάβουμε». Τι να προλάβουμε; Έχουμε γαλουχηθεί στο μέτριο, στο λίγο. Στο φόβο, στην κακογουστιά, στην ασχήμια. Γιατί τη διαφορά στην ψυχή του ανθρώπου δεν την κάνει ούτε το μεγάλο, ούτε το θορυβώδες. Την κάνει το διαρκές λίγο που είναι παντού. Στους δρόμους των άναρχων και βρώμικων πόλεων μας, στο ραδιόφωνο στο αυτοκίνητο που σιγά και στο background πλημυρίζει κιτσαρία τις αισθήσεις μας, στη διαρκή αγένεια και ωχαδερφισμό που συναντάς οχτώ στα δέκα, μέσα στα ίδια μας τα σπίτια που είναι όλα επιπλωμένα και φτιαγμένα με τον ίδιο τρόπο, με τα ίδια πάμφθηνα, απρόσωπα μιας χρήσης έπιπλα.
Και ζητούμε συνεχώς από τους ανθρώπους να εκτελέσουν το αδύνατον, κόντρα σε μια δύναμη απείρως ισχυρότερη από αυτούς. Τους ζητούμε να μην είναι ανθρωποφάγοι την ίδια στιγμή που κάθε τι τριγύρω είναι λες στημένο και τοποθετημένο για να γίνουμε ακριβώς αυτό. Η σωτηρία από την ασχήμια δεν είναι απλή υπόθεση. Ο Ιωάννης αύριο θα το μάθει αυτό όπως το μάθαμε όλοι μας. Θα καταλάβει ότι η ενοχή της ίδιας του της ύπαρξης είναι κάτι δυσβάσταχτο. Και αν είναι αρκετά τυχερός θα συνειδητοποιήσει κάτι που δεν συνειδητοποίησαν οι γονείς του. Ότι αυτή η οδύνη της ενοχής δεν μικραίνει όσο και να κακοποιήσεις όσους αγαπάς. Κι’ ότι απαλύνεται μόνο αν καταφέρεις, στο βαθμό που μπορείς, να αγαπήσεις.
Ή έστω να πάψεις να είσαι σκατόψυχος. Θα ήταν κι αυτό μια κάποια πρόοδος.