08/07/2026
Μελέτη δείχνει ότι η μελατονίνη μπορεί να ανακουφίσει από τον χρόνιο μυοσκελετικό πόνο.
Η μελατονίνη, ευρέως χρησιμοποιούμενο συμπλήρωμα διατροφής για την αντιμετώπιση της αϋπνίας, θα μπορούσε να συμβάλει στη μείωση του χρόνιου μυοσκελετικού πόνου με αποτελεσματικότητα αντίστοιχη εκείνης φαρμάκων, όπως τα οπιοειδή, τα μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη και η παρακεταμόλη, σύμφωνα με νέα μελέτη του Πανεπιστημίου του Σίδνεϊ.
Οι ερευνητές ανέλυσαν δεδομένα από 2.028 ενήλικες που συμμετείχαν σε 23 τυχαιοποιημένες ελεγχόμενες κλινικές δοκιμές, οι οποίες πραγματοποιήθηκαν στις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής, τη Ρωσία, τη Βραζιλία, την Αίγυπτο και την Κίνα. Οι συμμετέχοντες είχαν χρόνιες παθήσεις, όπως οσφυαλγία, οστεοαρθρίτιδα και ινομυαλγία ή ήταν ασθενείς που ανάρρωναν από χειρουργικές επεμβάσεις, όπως αρθροπλαστικές και επεμβάσεις στη σπονδυλική στήλη.
Σύμφωνα με τα αποτελέσματα της μελέτης, που δημοσιεύθηκαν στο περιοδικό PAIN, κατά μέσο όρο, η μελατονίνη μείωσε τον πόνο κατά περίπου εννέα μονάδες σε κλίμακα από 0 έως 100, ενώ στις πιο αυστηρά σχεδιασμένες μελέτες η μείωση έφτασε σχεδόν τις δέκα μονάδες, μέγεθος συγκρίσιμο με εκείνο πολλών ευρέως χρησιμοποιούμενων παυσίπονων. Παράλληλα, η λήψη μελατονίνης βελτίωσε την ποιότητα του ύπνου, επιβεβαιώνοντας τη στενή σχέση ανάμεσα στον χρόνιο πόνο και τις διαταραχές ύπνου.
Στις κλινικές δοκιμές, η δόση και ο χρόνος χορήγησης της μελατονίνης διέφεραν ανάλογα με την πάθηση και το θεραπευτικό πρωτόκολλο. Για τον χρόνιο μυοσκελετικό πόνο, οι δόσεις κυμαίνονταν συνήθως από 3 έως 10 mg ημερησίως, με τα 3 mg να αποτελούν τη συχνότερη επιλογή. Για τον μετεγχειρητικό πόνο χρησιμοποιήθηκαν δόσεις από 1 έως 10 mg, με πιο συνηθισμένες τα 5 έως 6 mg. Η μελατονίνη λαμβανόταν, συνήθως, πριν από τον ύπνο ή έως μία ώρα πριν από τον ύπνο.
Οι ερευνητές δεν διαπίστωσαν σαφή σχέση μεταξύ δόσης και αποτελεσματικότητας, γεγονός που σημαίνει ότι με τα σημερινά δεδομένα δεν μπορεί να προταθεί μία ιδανική δόση. Δεδομένου ότι ο μυοσκελετικός πόνος επηρεάζει έως και το 47% του παγκόσμιου πληθυσμού, τα ευρήματα αναδεικνύουν μία χαμηλού κόστους και ευρέως διαθέσιμη επιλογή που θα μπορούσε να αλλάξει τον τρόπο αντιμετώπισης του χρόνιου πόνου.
Η έρευνα αναδεικνύει, επίσης, τις αυξανόμενες δυνατότητες της επαναστόχευσης φαρμάκων (drug repurposing), δηλαδή της χρήσης υπαρχουσών θεραπειών με νέους τρόπους για να επιταχύνεται η διάθεση αποτελεσματικών και προσβάσιμων λύσεων. Η μελατονίνη θεωρείται γενικά ασφαλής για βραχυχρόνια χρήση, διάρκειας έως τριών μηνών.
Οι συχνότερες ανεπιθύμητες ενέργειες που καταγράφηκαν ήταν ναυτία, ζάλη και πονοκέφαλος, με συχνότητα παρόμοια με εκείνη του εικονικού φαρμάκου (placebo), ενώ δεν αναφέρθηκαν σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες ούτε ενδείξεις εξάρτησης. Οι ερευνητές διευκρινίζουν ότι η μελατονίνη δεν θα πρέπει να αντικαταστήσει τις καθιερωμένες θεραπείες για τον πόνο, αλλά μπορεί να χρησιμοποιηθεί συμπληρωματικά στις υπάρχουσες θεραπείες, ιδιαίτερα σε ασθενείς που αντιμετωπίζουν ταυτόχρονα προβλήματα ύπνου.
ΠΗΓΗ: Wu K, Ho TH, Beckenkamp PR, et al.
Efficacy and effectiveness of melatonin for the management of musculoskeletal pain: a systematic review and meta-analysis of placebo and active controlled trials.
PAIN. 2026.
DOI: 10.1097/j.pain.0000000000004045
ΣΧΟΛΙΟ:
Οι συγγραφείς αναφέρουν ότι το μέγεθος του αναλγητικού αποτελέσματος είναι της ίδιας τάξης μεγέθους με αυτό που έχει παρατηρηθεί σε μετα-αναλύσεις για παρακεταμόλη, ΜΣΑΦ ή οπιοειδή. Δεν έγινε άμεση σύγκριση της μελατονίνης με αυτά τα φάρμακα σε μία κλινική δοκιμή.
Οι ίδιοι οι ερευνητές τονίζουν ότι η μελατονίνη δεν πρέπει να αντικαταστήσει τις καθιερωμένες θεραπείες, αλλά μπορεί να αποτελέσει επικουρική επιλογή, ιδιαίτερα σε ασθενείς με χρόνιο μυοσκελετικό πόνο που πάσχουν και από αϋπνία.
Με βάση τα σημερινά δεδομένα, η μελατονίνη φαίνεται να είναι μια πολλά υποσχόμενη, ασφαλής και χαμηλού κόστους συμπληρωματική θεραπεία, αλλά απαιτούνται ακόμη μεγαλύτερες και υψηλής ποιότητας κλινικές μελέτες πριν ενσωματωθεί στις κατευθυντήριες οδηγίες για τον χρόνιο μυοσκελετικό πόνο.