03/07/2026
Το ψυχικό κόστος μιας κοινωνίας που συνηθίζει τη βία 💣
--
Κάθε κοινωνία έχει έναν τρόπο να αντιδρά στη βία. Στην αρχή σοκάρεται. Μετά ανησυχεί. Ύστερα αναλύει, σχολιάζει, καταδικάζει, συγκρίνει, ψάχνει ενόχους, αποδίδει ευθύνες. Και κάποια στιγμή, αν τα γεγονότα επαναλαμβάνονται αρκετά συχνά, αρχίζει να τα συνηθίζει. Αυτό είναι ίσως το πιο επικίνδυνο σημείο: η στιγμή που η έκρηξη παύει να μας εκπλήσσει.
Οι πρόσφατες εμπρηστικές επιθέσεις σε κατοικίες πολιτικών προσώπων στη Θεσσαλονίκη δεν είναι μόνο ένα αστυνομικό ή πολιτικό γεγονός. Είναι και ένα κοινωνικό σύμπτωμα. Όχι επειδή μπορούμε ή πρέπει να κάνουμε εύκολες ψυχιατρικές ερμηνείες για τους δράστες. Αυτό θα ήταν επιστημονικά πρόχειρο και ηθικά επικίνδυνο. Αλλά επειδή κάθε πράξη βίας που εισβάλλει στον ιδιωτικό χώρο, στην κατοικία, στην καθημερινότητα και στην αίσθηση ασφάλειας των ανθρώπων, αφήνει αποτύπωμα πολύ πέρα από το άμεσο σημείο της επίθεσης.
Η βία δεν τραυματίζει μόνο εκείνον που βρίσκεται κοντά της. Εκπέμπει μήνυμα. Και το μήνυμα αυτό το λαμβάνουν πολλοί περισσότεροι από τα άμεσα θύματα. Το λαμβάνει η οικογένεια που ξυπνά από έναν θόρυβο μέσα στη νύχτα. Το λαμβάνει ο ηλικιωμένος που φοβάται να κοιμηθεί. Το λαμβάνει το παιδί που βλέπει τους μεγάλους ταραγμένους και προσπαθεί να καταλάβει τι σημαίνει κίνδυνος. Το λαμβάνει ο πολίτης που σκέφτεται ότι η δημόσια έκθεση, η άποψη, η πολιτική συμμετοχή ή ακόμη και η γειτνίαση με ένα πρόσωπο μπορεί να μετατρέψουν την καθημερινότητα σε πεδίο απειλής.
Από ψυχιατρική άποψη, η ασφάλεια δεν είναι αφηρημένη έννοια. Είναι βασική λειτουργία του ανθρώπινου οργανισμού. Το νευρικό μας σύστημα χρειάζεται να γνωρίζει πότε μπορεί να βρίσκεται σε εγρήγορση και πότε μπορεί να ηρεμεί. Χρειάζεται να διακρίνει τον δημόσιο χώρο από τον ιδιωτικό, την απειλή από την ανάπαυση, τον κίνδυνο από τη ρουτίνα. Το σπίτι έχει κεντρική θέση σε αυτή τη ρύθμιση. Είναι ο χώρος όπου ο άνθρωπος χαμηλώνει τις άμυνες, κοιμάται, φροντίζει τους δικούς του, αποσύρεται από την ένταση της ημέρας. Όταν η απειλή μεταφέρεται εκεί, το πλήγμα δεν είναι μόνο υλικό, αλλά και ψυχικό.
Σε μια αιφνίδια απειλή, ο εγκέφαλος κινητοποιεί μηχανισμούς επιβίωσης. Η αμυγδαλή ενεργοποιείται, το αυτόνομο νευρικό σύστημα μπαίνει σε κατάσταση συναγερμού, αυξάνονται οι παλμοί, η αναπνοή γίνεται πιο γρήγορη, οι μύες σφίγγουν, η προσοχή στενεύει γύρω από τον κίνδυνο. Αυτή η αντίδραση είναι φυσιολογική. Είναι ο τρόπος με τον οποίο ο οργανισμός προστατεύεται. Το πρόβλημα αρχίζει όταν ο συναγερμός παραμένει ενεργός και μετά το τέλος του γεγονότος.
Τότε εμφανίζεται αυτό που συχνά βλέπουμε κλινικά μετά από βίαια ή απειλητικά συμβάντα. Αϋπνία, ευερεθιστότητα, ταχυκαρδίες, εύκολος τρόμος σε μικρούς ήχους, δυσκολία συγκέντρωσης, αίσθημα ότι κάτι κακό θα ξανασυμβεί, ανάγκη συνεχούς ελέγχου, αποφυγή συγκεκριμένων χώρων, εικόνες του γεγονότος που επιστρέφουν απρόσκλητες. Αυτά δεν σημαίνουν απαραίτητα ψυχική διαταραχή. Τις πρώτες ημέρες μπορεί να αποτελούν φυσιολογική αντίδραση σε ένα μη φυσιολογικό γεγονός. Σημασία έχει η ένταση, η διάρκεια, η λειτουργική επιβάρυνση και το κατά πόσο ο άνθρωπος μπορεί σταδιακά να επανέλθει.
Σε ορισμένες περιπτώσεις, όμως, η ψυχική αντίδραση δεν υποχωρεί. Μπορεί να εξελιχθεί σε διαταραχή οξέος στρες ή αργότερα σε μετατραυματική διαταραχή στρες. Μπορεί να πυροδοτήσει κρίσεις πανικού σε ανθρώπους με αγχώδη προδιάθεση. Μπορεί να επιδεινώσει μια καταθλιπτική διαταραχή, ιδίως όταν υπάρχει ήδη αίσθημα αδυναμίας ή απώλειας ελέγχου. Σε ανθρώπους με ψυχωσική ευαλωτότητα, ένα κλίμα απειλής και στοχοποίησης μπορεί να τροφοδοτήσει καχυποψία ή παραληρητική επεξεργασία. Σε άτομα με ιστορικό εξαρτήσεων, ο φόβος και η υπερένταση μπορεί να αυξήσουν τον κίνδυνο υποτροπής. Η βία, ακόμη και όταν δεν προκαλεί άμεσο σωματικό τραύμα, μπορεί να λειτουργήσει ως εκλυτικός παράγοντας ψυχικής απορρύθμισης.
Ιδιαίτερη προσοχή χρειάζονται τα παιδιά. Τα παιδιά δεν χρειάζεται να κατανοούν πολιτικά το γεγονός για να επηρεαστούν ψυχικά. Αρκεί να δουν τον φόβο στο πρόσωπο των ενηλίκων. Αρκεί να ακούσουν επαναλαμβανόμενες συζητήσεις, εικόνες, φωνές, ειδήσεις, υποθέσεις. Συχνά εκφράζουν την αγωνία τους όχι με λόγια, αλλά με συμπεριφορά. Δυσκολία στον ύπνο, εφιάλτες, προσκόλληση στους γονείς, σωματικά παράπονα, εκνευρισμός, επιθετικότητα, παλινδρόμηση σε πιο παιδικές συμπεριφορές. Η σωστή στάση δεν είναι ούτε η απόκρυψη ούτε η δραματοποίηση. Είναι η απλή, ηλικιακά κατάλληλη αλήθεια. Συνέβη κάτι επικίνδυνο, οι μεγάλοι το αντιμετωπίζουν, είμαστε εδώ, η ρουτίνα συνεχίζεται.
Οι ηλικιωμένοι αποτελούν επίσης ευάλωτη ομάδα. Ένα βίαιο γεγονός μπορεί να αναζωπυρώσει παλαιότερες μνήμες απειλής, απώλειας ή κοινωνικής αστάθειας. Σε ανθρώπους με άνοια, ακόμη και αν δεν συγκρατούν πλήρως το περιεχόμενο της είδησης, μπορεί να συγκρατούν το συναίσθημα. Την ανησυχία, την ένταση, την αναστάτωση του περιβάλλοντος. Σε ανθρώπους με καρδιολογικά ή αναπνευστικά προβλήματα, η ψυχική διέγερση δεν είναι αμελητέα. Το άγχος είναι σωματικό γεγονός, όχι μόνο ψυχολογικό.
Υπάρχει όμως και το ευρύτερο κοινωνικό επίπεδο. Όταν η βία εμφανίζεται επανειλημμένα στον δημόσιο λόγο, στις οθόνες, στα κοινωνικά δίκτυα και στην πολιτική αντιπαράθεση, διαμορφώνει κλίμα. Η κοινωνία μπαίνει σε κατάσταση συλλογικής υπερεγρήγορσης. Οι άνθρωποι γίνονται πιο καχύποπτοι, πιο ευερέθιστοι, πιο έτοιμοι να αποδώσουν κακή πρόθεση. Η διαφωνία βιώνεται ευκολότερα ως απειλή. Ο πολιτικός αντίπαλος μετατρέπεται σε εχθρό. Ο δημόσιος λόγος χάνει τις αποχρώσεις του. Και όταν μια κοινωνία χάνει τις αποχρώσεις, γίνεται πιο επιρρεπής στην απλοποίηση, στην οργή και τελικά στην ανοχή της βίας.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η κοινωνία πρέπει να φοβάται να μιλήσει για τη βία. Το αντίθετο. Πρέπει να μιλά με μεγαλύτερη ακρίβεια. Η βία δεν πρέπει να σχετικοποιείται. Δεν πρέπει να γίνεται αποδεκτή όταν στρέφεται εναντίον εκείνων με τους οποίους διαφωνούμε. Δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως αναμενόμενο παρακολούθημα της έντασης. Η ψυχική υγεία μιας δημοκρατικής κοινωνίας φαίνεται και από την ικανότητά της να διατηρεί όρια. Να διαφωνεί σκληρά, αλλά να μη νομιμοποιεί τον εκφοβισμό. Να καταγγέλλει, αλλά να μην απανθρωποποιεί. Να συγκρούεται πολιτικά, αλλά να μην μεταφέρει τη σύγκρουση στην οικογένεια, στο σπίτι, στο σώμα.
Ο ρόλος των μέσων ενημέρωσης και των κοινωνικών δικτύων είναι καθοριστικός. Η ενημέρωση είναι απαραίτητη. Η υπερδιέγερση όμως δεν είναι ενημέρωση. Η συνεχής αναπαραγωγή εικόνων, η γλώσσα πανικού, οι τίτλοι που αυξάνουν την ένταση, τα σχόλια που μετατρέπουν κάθε γεγονός σε πεδίο οπαδικής αντιπαράθεσης, όλα αυτά επιβαρύνουν το κοινωνικό "νευρικό σύστημα". Δεν αρκεί να μεταδίδουμε τι συνέβη. Έχει σημασία και πώς το μεταδίδουμε. Με ακρίβεια, με ψυχραιμία, με σεβασμό στα θύματα, με αποφυγή της θεαματοποίησης και με επίγνωση ότι οι λέξεις έχουν βιολογική επίδραση στους ανθρώπους που τις ακούν.
Τα σημεία κινδύνου που χρειάζεται να αναγνωρίζουμε είναι συγκεκριμένα. Επίμονη αϋπνία, κρίσεις πανικού, έντονη ευερεθιστότητα, απομόνωση, κατάχρηση αλκοόλ ή ηρεμιστικών, αδυναμία επιστροφής στη ρουτίνα, επαναλαμβανόμενες εικόνες του γεγονότος, αίσθημα μόνιμης απειλής, σκέψεις αυτοκαταστροφής ή εκδίκησης. Στα παιδιά, ανησυχούμε όταν αλλάζει απότομα ο ύπνος, η συμπεριφορά, η σχολική λειτουργικότητα ή η ανάγκη προσκόλλησης. Σε αυτές τις περιπτώσεις, η αναζήτηση βοήθειας δεν είναι υπερβολή. Είναι ένδειξη σοβαρότητας.
Η πρακτική πρόληψη αρχίζει με μικρά βήματα. Περιορισμός της συνεχούς έκθεσης σε ειδήσεις και κοινωνικά δίκτυα, ιδίως τις βραδινές ώρες. Διατήρηση ύπνου, γευμάτων και καθημερινής ρουτίνας. Συζήτηση με τα παιδιά χωρίς τρομοκρατικές λεπτομέρειες. Στήριξη ηλικιωμένων και μοναχικών ανθρώπων. Επικοινωνία με θεραπευτή όταν υπάρχει προϋπάρχουσα ψυχική διαταραχή. Αποφυγή αλκοόλ ως τρόπου καταστολής του άγχους. Ενίσχυση της αίσθησης ελέγχου μέσα από απλές πράξεις ασφάλειας και οργάνωσης. Ο άνθρωπος δεν ανακάμπτει μόνο επειδή πέρασε ο κίνδυνος. Ανακάμπτει όταν ξαναχτίζει την αίσθηση συνέχειας.
Σε συλλογικό επίπεδο, η πρόληψη είναι ακόμη δυσκολότερη και ακόμη πιο αναγκαία. Χρειάζεται σταθερή καταδίκη της βίας από όλους, χωρίς υποσημειώσεις και χωρίς συμψηφισμούς. Χρειάζεται πολιτικός λόγος που να μην εκπαιδεύει τους πολίτες στην περιφρόνηση. Χρειάζεται δημόσιος διάλογος που να επιτρέπει τη σύγκρουση χωρίς να καταστρέφει τον αντίπαλο ως πρόσωπο. Χρειάζεται παιδεία συναισθηματικής και κοινωνικής ρύθμισης. Να μάθουμε να αντέχουμε τη διαφωνία, τη ματαίωση, την οργή και την αδικία χωρίς να τις μετατρέπουμε σε πράξη βίας.
Η κοινωνία δεν τραυματίζεται μόνο από τα μεγάλα γεγονότα. Τραυματίζεται και από τη σταδιακή εξοικείωση με αυτά. Από τη στιγμή που λέμε «άλλο ένα περιστατικό» και συνεχίζουμε. Από τη στιγμή που η βία γίνεται σκηνικό της καθημερινότητας. Από τη στιγμή που ο φόβος γίνεται φυσιολογικό υπόστρωμα της δημόσιας ζωής.
Η απάντηση δεν είναι ο πανικός. Δεν είναι η σιωπή. Δεν είναι η δραματοποίηση. Είναι η ψύχραιμη εγρήγορση. Η αναγνώριση ότι η βία έχει συνέπειες όχι μόνο στα σώματα και στα κτήρια, αλλά και στις σχέσεις, στους θεσμούς, στα παιδιά, στους ηλικιωμένους, στους ευάλωτους, στον τρόπο που κοιμόμαστε, που μιλάμε, που εμπιστευόμαστε.
Μια κοινωνία που συνηθίζει τη βία χάνει σταδιακά κάτι από την ψυχική της υγεία. Και μια κοινωνία που θέλει να παραμείνει υγιής οφείλει να υπερασπίζεται όχι μόνο την ασφάλεια, αλλά και την ικανότητά της να μη φοβάται τον άλλον. Να διαφωνεί χωρίς να απειλεί. Να συγκρούεται χωρίς να εκφοβίζει. Να προστατεύει τον δημόσιο χώρο, αλλά και τον ιδιωτικό χώρο όπου κάθε άνθρωπος πρέπει να μπορεί να νιώθει ασφαλής.
Μέτρο μιας κοινωνίας δεν είναι μόνο πώς τιμωρεί τη βία. Είναι και πόσο γρήγορα καταλαβαίνει ότι δεν πρέπει ποτέ να τη συνηθίσει.
Παύλος Άγγος - Ψυχίατρος